GreekEnglish EspañolSvenska (Sverige)Finnish (Suomi)
Πώς να σώσετε τη ζωή και την ψυχή του παιδιού σας

 

Θα εκπλαγείτε όταν ανακαλύψετε τι είδους κινδύνους διατρέχουν τα παιδιά, και στην εποχή μας περισσότερο από ποτέ. Το σκοτεινό σύστημα που κυβερνά τη Γη μάς κάνει να πιστεύουμε ότι θέλει το καλό τους και ότι τα προστατεύει, ενώ αποσιωπεί ζωτικές πληροφορίες και τοποθετεί άπειρες παγίδες για να κλαπούν οι ψυχές τους και να χρησιμοποιηθούν για σκοτεινούς σκοπούς.
Στη συνέχεια καταγράφω ένα δείγμα μερικών από τις προηγούμενες ζωές των πελατών μου. Ακολουθούν το ίδιο μοτίβο, σύμφωνα με το οποίο τα ξεγελάνε, τα σκοτώνουν και μεταφέρουν την ψυχή τους σε άλλο πλανήτη.
Lucine, 43
-Καναδάς, 1929. Από μικρή ηλικία ο αδερφός και οι γονείς της Λουσίν κατάλαβαν ότι τής άρεσε το κολύμπι, καθώς έκανε συχνά κινήσεις όπου τέντωνε τα χέρια και τα πόδια της στο κρεββάτι ή στον αέρα. Την πήγαν σε ένα σύλλογο κολύμβησης και αποδείχτηκε πολύ καλή. Μιμούταν τις κινήσεις που έβλεπε στο μυαλό της. Πριν από έναν αγώνα με άλλα κορίτσια, το ον που τής έστελνε αυτές τις εικόνες τής είπε ότι αν ευχόταν να γίνει σαν κι’ αυτό θα κέρδιζε τον αγώνα. Το έκανε και κέρδισε. Στα αποδυτήρια βγαίνοντας από τη ντουζιέρα, γλίστρησε και χτύπησε το κεφάλι της στο ντουλάπι. Σκοτώθηκε επί τόπου. Αυτός που μιλούσε μαζί της ήταν ένας σκοτεινός εξωγήινος Μπαρμπαπάπα. Αφού τη σκότωσε πήρε την ψυχή της στον πλανήτη του, όπου ξαναγεννήθηκε κι αυτή ως Μπαρμπαπάπα. Τα Barbapapa είναι διάσημα κόμικς και μπορούν να μετατραπούν κατά βούληση σε οποιοδήποτε σχήμα και χρώμα τούς αρέσει ή χρειαστούν.
Μarcela, 48.
-ΗΠΑ, Καλιφόρνια, 1954. Η Μαρσέλα αγαπούσε τα κινούμενα σχέδια της Disney και τής άρεσε να μιμείται τον Ντόναλντ Ντακ. Οι γονείς της τής έλεγαν ότι το έκανε πολύ καλά. Ενθάρρυνε τους συμμαθητές της να παίξουν ένα θεατρικό έργο στο τέλος της σχολικής χρονιάς, όπου ο καθένας θα έπαιζε το ρόλο ενός ήρωα της Disney, σε μια ιστορία που θα διάλεγε. Τα παιδιά επέλεξαν τους ήρωές τους και η Marcela επέλεξε πρώτη, τον Ντόναλντ, αφού η ιδέα ήταν δική της. Όλοι έβαλαν τον καλύτερό εαυτό τους και έκαναν πολλές πρόβες. Η μέρα της παράστασης πλησίαζε και η Marcela ήταν ανήσυχη, αφού ήθελε να κερδίσει. Οι τρεις πρώτοι νικητές θα παίρνανε μετάλλια, όπως στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Αυτή ήθελε να ανεβεί στο υψηλότερο σκαλί του βάθρου. Τότε ήταν σαν να μιλούσε κάποιος στο μυαλό της, και τή ρωτούσε αν ήθελε να μάθει πώς θα μπορούσε να κερδίσει. Είπε ναι, και η απάντηση ήταν ότι πριν από την παράσταση έπρεπε να ευχηθεί με όλη της την ψυχή να γίνει ο Ντόναλντ. Φαινόταν καλή ιδέα και αποφάσισε να το κάνει. Έφτασε η μέρα, ευχήθηκε ολόψυχα να γίνει ο Ντόναλντ και έπαιξε σαν επαγγελματίας. Όλοι χειροκρότησαν τα παιδιά και η κριτική επιτροπή των δασκάλων έβγαλε τη Marcela πρώτη νικήτρια. Ανέβηκε στην κορυφή του βάθρου, πήρε το μετάλλιό της και απόλαυσε τα χειροκροτήματα. Κατόπιν οι γονείς της τη ρώτησαν αν ήθελε να γιορτάσει τη νίκη της σε ένα χαμπουργκεράδικο με τους φίλους της, αλλά αυτή είπε ότι προτιμάει να πάει στη Disneyland. Το πρώτο Σαββατοκύριακο που οι γονείς της μπόρεσαν να κάνουν το ταξίδι, ξεκίνησαν. Καθ’ οδόν, καθώς πλησίαζαν το πάρκο, ένα φορτηγό εμφανίστηκε από το πουθενά και συγκρούστηκε με το αυτοκίνητό τους. Οι γονείς επέζησαν, αλλά η Μαρσέλα πέθανε. Η φωνή που τής μιλούσε ήταν ένας σκοτεινός εξωγήινος και αυτή έκανε συμφωνία μαζί του. Τη σκότωσε και πήρε την ψυχή της στον πλανήτη του, όπου ενσαρκώθηκε ως Ντόναλντ.
Sara, 27
-Ισπανία, Μαδρίτη, 1671. Η Σάρα ήταν ονειροπόλα και απολάμβανε να κεντάει με την μεγάλη αδερφή της. Είχε ζωηρή φαντασία και κένταγε λουλούδια και εξωτικά ζώα που έβλεπε σε ένα βιβλίο που τής είχαν κάνει δώρο. Ονειρευόταν να επισκεφθεί αυτές τις εξωτικές χώρες και να δει από κοντά εκείνα τα φυτά και ζώα. Η αδερφή της τής έλεγε ότι ο μόνος τρόπος για να γίνει αυτό ήταν να παντρευτεί έναν εξερευνητή που θα την πήγαινε να ζήσουν στην Αμερική. Αλλά οι πιθανότητες ήταν μικρές, γιατί μάλλον θα πήγαινε μόνος του σε εκείνη την ήπειρο και αυτή δεν θα μπορούσε να τον ακολουθήσει στα ταξίδια εξερεύνησης, γιατί θα τού ήταν εμπόδιο. Η Σάρα ένιωθε απογοητευμένη αλλά συνέχισε να ονειρεύεται να εκπληρώσει το όνειρό της. Ήθελε να είναι η ίδια εξερευνήτρια και όχι μόνο να δει τα παράξενα ζώα. Ήθελε να δει νέα εδάφη και πράγματα που ποτέ κανείς δεν είχε δει. Η φαντασία της ήταν αχαλίνωτη. Έτσι άρχισε να παίζει ότι ήταν εξερευνήτρια. Μια μέρα πήγε μαζί με την αδερφή της στο κοντινό δάσος για να μαζέψουν μανιτάρια και βατόμουρα. Έκανε ένα διάλειμμα για να παίξει την εξερευνήτρια και ευχήθηκε με όλη της την ψυχή να δει έναν νέο κόσμο, μακριά από ό,τι ήταν γνωστό. Έτσι έκανε συμφωνία με έναν εξωγήινο. Αυτός τής είχε κάνει τις ιδέες αυτές εμμονή. Ο εξωγήινος  έκοψε ένα βαρύ κλαδί, αυτό έπεσε στο κεφάλι της και τη σκότωσε. Πήρε την ψυχή της στον πλανήτη του, όπου γεννήθηκε παράξενο ζώο, για την ακρίβεια μέδουσα.
Marcelο, 24
-ΗΠΑ, Πολιτεία της Ουάσινγκτον, 1936. Ο Mαρσέλο ήταν ένα άτακτο παιδί που έπαιζε πολύ με το γειτονόπουλο. Όταν έμαθε για τους Βίκινγκς στο σχολείο, τούς συμπεριέλαβε στα παιχνίδια του. Έκανε μάχες με τον φίλο του, ο καθένας τους ως ισχυρός πολεμιστής. Το γειτόπουλο ήταν συχνά πειρατής και ο Marcelo Βίκινγκ. Έπαιρνε την κατσαρόλα και το μαχαίρι της μητέρας του και τα χρησιμοποιούσε ως κράνος και σπαθί και παίρναγε ώρες παίζοντας. Επίσης άρχισε να ονειρεύεται αυτές τις μάχες. Μια νύχτα το όνειρο ήταν πολύ ζωντανό και είχε την ευκαιρία να λάβει μέρος σε μια αποστολή Βίκινγκ. Θα ήταν ο διοικητής τους. Δεν μπορούσε να το πιστέψει, αλλά άκουσε μια φωνή που τού έλεγε ότι αρκεί να επιθυμήσει με όλη την ψυχή του να γίνει μέρος αυτής της αποστολής και αυτό θα συμβεί, και θα γίνει ήρωας. Και το έκανε. Όταν το όνειρο τελείωσε, ο εξωγήινος που τού είχε στείλει το όνειρο τον έκανε να πέσει από το κρεββάτι και να πεθάνει, κάνοντάς το να φαίνεται ότι είχε χτυπήσει το κεφάλι του και ότι ο θάνατος προκλήθηκε από το χτύπημα. Πήρε την ψυχή του στον σκοτεινό πλανήτη, όπου ο Marcelo γεννήθηκε Βίκινγκ.
Μοϋσής, 34 και Γιασμίν, 36.
- Αγγλία, 1863. Από νεαρή ηλικία οι οικογένειές τους γνώριζαν η μία την άλλη και ο Μοϋσής και η Γιασμίν έγιναν καλοί φίλοι. Οι μητέρες τους τούς πήγαιναν στη θάλασσα ή στο πάρκο όπου έπαιζαν μαζί. Ο Μοϋσής ρώτησε την Γιασμίν αν ήθελε να γίνει η πριγκίπισσα του. Αυτή είπε ναι και τον ρώτησε αν ήθελε να γίνει ο πρίγκιπάς της. Δέχτηκε κι’ αυτός. Έπαιζαν συχνά το ζευγάρι, δημιουργώντας όνειρα για το μέλλον. Τα σχολεία στα οποία πήγαιναν σχεδίαζαν  μια θεατρική παράσταση με τους καλύτερους ηθοποιούς και από τα δύο σχολεία, θηλέων και αρρένων, οι οποίοι θα διαλέγονταν μετά από ένα διαγωνισμό. Ο Μωϋσής και η Γιασμίν κέρδισαν και θα έπαιζαν το βασιλικό ζευγάρι. Ήταν πολύ ενθουσιασμένοι, έμαθαν το ρόλο τους και έπαιξαν θαυμάσια. Όλοι οι γονείς τους χειροκρότησαν και οι δικοί τους γονείς  ένοιωθαν περήφανοι. Τη νύχτα, στο όνειρό τους, κάποιος τούς ρώτησε αν τούς άρεσε που ήταν το βασιλικό ζευγάρι στην παράσταση. Και οι δύο απάντησαν ότι τούς ενθουσίασε. Μετά ρώτησε αν ήθελαν να είναι βασιλικό ζευγάρι στην πραγματικότητα. Αμφισβήτησαν ότι αυτό μπορούσε ποτέ να συμβεί, αλλά το ον του ονείρου τούς διαβεβαίωσε ότι το μόνο που έπρεπε να κάνουν ήταν να το ευχηθούν ολόψυχα. Το έκαναν και πέθαναν αμέσως. Αυτός που μιλούσε στα παιδιά ήταν εξωγήινος. Τούς προκάλεσε καρδιακή προσβολή και τα πήγε στον πλανήτη του. Ήταν ένας από τους πλανήτες της Λίλιθ, που είχε παγκόσμια συμφωνία. Οι κάτοικοι ήταν δίποδες χελώνες. Ο Mοϋσής και η Γιασμίν γεννήθηκαν επίσης χελώνες, προορισμένες να γίνουν βασιλιάς και βασίλισσα. Έτσι κι΄έγινε. Κάθισαν ο καθένας τους στο θρόνο του και αποφάσιζαν τις υποθέσεις των υπηκόων τους, που ήθελαν τη συμβουλή ή απόφασή τους. Η ζωή σε αυτόν τον πλανήτη ήταν εύκολη, επειδή κανείς δεν δούλευε και όλα ήταν αυτόματα. Ήταν αρκετό να επιθυμήσει κάποιος κάτι για να γίενι πραγματικότητα: ένα πιάτο, ένα σπίτι, ένα ταξίδι, κλπ. Η αναγκαία ενέργεια για να γίνονται όλα αυτά αντλείτο από τις ανθρώπινες ψυχές.
Κατά τη διάρκεια του αστρικού Αρμαγεδδώνα, όλοι αυτοί οι πλανήτες αναψυχής ή έγιναν φωτεινοί ή καταστράφηκαν, εφόσον αρνήθηκαν να αλλάξουν. Όσοι έγιναν φωτεινοί απαλλάχθηκαν απ΄ την ολική συμφωνία και σταμάτησαν να κλέβουν ψυχές, αλλά και να είναι πλανήτες αναψυχής. Σιγά-σιγά θα γίνουν όπως η Γη, θα χρειαστεί δηλαδή να εργάζονται, αλλά θα έχουν και πρόσβαση στην αλήθεια. Επίσης τα όντα αυτών των πλανητών θα γίνουν σιγά-σιγά άνθρωποι.
Άννα, 12
-ΗΠA, Καλιφόρνια, 1771. Η Άννα ζούσε σε ένα αγρόκτημα με αγελάδες, κότες και κουνέλια. Αγαπούσε τα ζώα, ειδικά τα κουνέλια. Όταν πολλαπλασιάζονταν, οι γονείς της τα πουλούσαν σε ένα κρεοπωλείο. Η Άννα ένοιωθε βαθύ πόνο γι 'αυτό και ζητούσε από τους γονείς της να σταματήσουν να στέλνουν τα κουνέλια στο θάνατό τους. Αυτοί τής έλεγαν ότι ήταν μια σημαντική πηγή εισοδήματος γι 'αυτούς και ότι τα κουνέλια πολλαπλασιάζονται γρήγορα και ότι δεν μπορούσαν να έχουν εκατοντάδες κουνέλια στο αγρόκτημα, δεν θα υπήρχε χώρος ή χρήματα για το φαγητό τους. Η Άννα περνούσε πολλές ώρες παίζοντας μαζί τους. Ρώτησε τους γονείς της αν θα την έστελναν να πεθάνει σε περίπτωση που ήταν ένα από αυτά. Είπαν βεβαίως και όχι, αν το ήξεραν, αλλά δεν μπορούσε να είναι κουνέλι, αφού ήταν άνθρωπος. Τούς ρώτησε πώς ήξεραν αν μεταξύ αυτών των κουνελιών δεν υπήρχε κάποιος σαν κι΄αυτήν. Δεν είδαν καμμία λογική σ’αυτό και δεν έδωσαν πια σημασία στα λόγια της. Η Άννα προσπαθούσε να βρει μια λύση για να σώσει τα κουνέλια. Τότε τής ήρθε μια ιδέα: αν ήταν πραγματικά ένα από αυτά τα κουνέλια και οι γονείς της το υποψιάζονταν, δεν θα τα σκότωναν. Τότε τής ήρθε η σκέψη ότι αν ήθελε με όλη της την ψυχή να γίνει κουνέλι, τα άλλα κουνέλια θα σώζονταν. Και το έκανε. Τότε ένα κομμάτι της στέγης ξεκόλλησε, έπεσε στο κεφάλι της και τη σκότωσε. Τη σκέψη τής την έστειλε  ένας εξωγήινος που πήρε την ψυχή της στον πλανήτη του, όπου γεννήθηκε ως δίποδο κουνέλι. Οι γονείς της καταρρακώθηκαν από τον ξαφνικό θάνατό της. Για να τιμήσουν την επιθυμία της, στείρωσαν τα αρσενικά κουνέλια ώστε να μην μπορούν να αναπαραχθούν πια και τα κράτησαν ως κατοικίδια μέχρις ότου να πεθάνουν όλα.
Μια άλλη ζωή της Άννας όπου έγινε εξωγήινη:
-ΗΠA, Δυτική Βιρτζίνια, 1897. Όταν ήταν μικρή η Άννα έπαιζε θέατρο με πλαστικά ζωάκια. Έπαιζε συχνά με τον αδερφό της και με τα γειτονόπουλα. Όταν βαρέθηκαν τα ψεύτικα ζωάκια, άρχισαν να παριστάνουν ο καθένας τους ένα ζώο, ανταγωνιζόμενοι ποιος θα ήταν καλύτερος. Αυτή είχε επιλέξει τη γάτα, ένα άλλο παιδί το άλογο, ένα άλλο τον σκύλος, κλπ. Έφτιαξαν έναν πίνακα βαθμολογίας όπου έγραφαν τις επιδόσεις τους στην αναρρίχηση δέντρου, στο τρέξιμο, στο άλμα, κλπ. Μιμούνταν τα ζώα - την ευελιξία τους, την ταχύτητά τους, κλπ., κινούμενοι όπως αυτά. Το άλογο ήταν γρηγορότερο, η γάτα πιο έξυπνη και πιο ευέλικτη, το ποντίκι μπορούσε να κρυφτεί όπου κανείς άλλος, ενώ ο σκύλος μπορούσε να μυρίσει μίλια μακριά. Η Άννα ήταν τόσο απορροφημένη από αυτό το παιχνίδι που το είδε στο όνειρό της. Ονειρεύτηκε ότι ήταν η νικήτρια του διαγωνισμού. Προς το τέλος του ονείρου συνειδητοποίησε ότι ήταν απλά ένα όνειρο, αλλά κάποιος τής είπε ότι μπορούσε να γίνει πραγματικότητα. Αυτή ρώτησε πώς, αυτός απάντησε ότι αρκεί να επιθυμήσει ολόψυχα να γίνει η γάτα που θα νικούσε και αυτό τότε θα συνέβαινε. Η Άννα το ευχήθηκε και πέθανε αμέσως. Η φωνή που τής μίλησε ήταν ένας εξωγήινος που τη σκότωσε και πήρε την ψυχή της στον πλανήτη του, αφού αυτή είχε κάνει συμφωνία μαζί του. Εκεί γεννήθηκε ως δίποδη γάτα και έγινε πρωταθλήτρια. Ο πατέρας της Άννας πήγε στο δωμάτιό της για να την ξυπνήσει το πρωί, αλλά τη βρήκε νεκρή. Την σκούντησε για να βεβαιωθεί και μετά την άρπαξε στην αγκαλιά του και έπεσαν μαζί στο έδαφος, ενώ αυτός ξέσπασε σε κλάμματα. Μπήκε η μητέρα της Άννας στο δωμάτιο, αυτός τής είπε ότι η κόρη τους ήταν νεκρή, αυτή αναφώνησε και πήγε να αγκαλιάσει κι αυτή την κόρη της δίπλα στον άντρα της, κλαίγοντας μαζί του.
Tίμος, 25
-Περσία, 1950. Ο Tίμος ταξίδευε συχνά με τον πατέρα του για να πουλήσουν τα εμπορεύματά τους. Μερικές φορές πέρναγαν κάποιες ώρες στην τοπική αγορά. Εκεί το παιδί συναντούσε κάποια φιλαράκια που βοηθούσαν τους γονείς του. Στις αργίες, στα διαλείμματα ή μετά από τη δουλειά  έπαιζαν στο κοντινό δάσος. Αποφάσισαν να παίξουν το εξής παιχνίδι: Ο κάθε ένας τους πήρε ένα αντικείμενο από τα εμπορεύματα του πατέρα του και το έθαψε στο δάσος. Εκείνος που θα έβρισκε πρώτος ένα από τα θαμμένα αντικείμενα θα ήταν ο νικητής και αυτό το αντικείμενο θα αποκτούσε μια υπέρτατη αξία, κάτι σαν κύπελλο ή μετάλλιο. Ο Tίμος υποσχέθηκε στον εαυτό του ότι θα είναι ο νικητής. Τα παιδιά περπατούσαν μέσα στο δάσος ψάχνοντας ίχνη από φρεσκοσκαμμένο χώμα. Ο Tίμος βρήκε ένα σημείο και άρχισε να σκάβει. Ξέσκαψε μια λάμπα του Αλαντίν και φώναξε θριαμβευτικά. Τα άλλα παιδιά έτρεξαν να δουν αν πράγματι είχε βρει ένα από τα αντικείμενα. Καθώς ο Τίμος έτριβε τη λάμπα ως ένδειξη της ιδιαίτερης αξίας της, βγήκε από αυτήν ένα τζίνι. Τα παιδιά σάστισαν, αλλά έκαναν όλα τους μια ευχή. Κάποιος ζήτησε να έχει πλούτη, άλλος μια όμορφη γυναίκα κλπ., ενώ ο Tίμος ζήτησε να έχει σούπερ δυνάμεις, όπως το τζίνι. Τη στιγμή εκείνη χτυπήθηκε από ένα ηλεκτρικό ρεύμα που βγήκε από τη λάμπα και έπεσε νεκρός. Τα παιδιά φοβήθηκαν, έφυγαν τρέχοντας και πήγαν στους γονείς τους για βοήθεια. Ο πατέρας του Tίμου πήγε στο δάσος, αλλά δεν μπόρεσε να κάνει τίποτα. Το τζίνι είχε σκοτώσει τον γιο του και πήρε την ψυχή του στον πλανήτη του για να τον μετατρέψει σε τζίνι.
Igor, 14.
-Αγγλία, 1956. Όταν ήταν μικρός, στον Ίγκορ άρεσαν οι ιστορίες φαντασμάτων και πήγαινε με τους φίλους του σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι που υποτίθετο ήταν στοιχειωμένο. Έκανε φάρσες και τού άρεσε να τρομάζει τους ανθρώπους, όπως τα κακά φαντάσματα από το κόμικ Κάσπερ το καλό φαντασμάκι, που διάβαζε. Μια νύχτα είδε στο όνειρό του ένα φάντασμα που τού είπε ότι μπορούσε να είναι εξίσου αποτελεσματικός με αυτόν στο να τρομάζει τους ανθρώπους. Απλά έπρεπε να επιθυμήσει να γίνει σαν κι’ αυτόν. Ο Ίγκορ το θεώρησε καλή ιδέα. Την επόμενη μέρα πήγε στο στοιχειωμένο σπίτι με τους φίλους του για να παίξουν. Άργησαν να γυρίσουν σπίτι τους και η μητέρα ενός απ΄τα παιδιά πήγε να ψάξει το γιο της. Ο Ίγκορ βρισκόταν στον πάνω όροφο, στηριγμένος στην κουπαστή της σκάλας, και αποφάσισε να την τρομάξει. Επιθήμησε να γίνει σαν το φάντασμα του ονείρου του. Έκανε ότι πετούσε προς την κουπαστή φωνάζοντας, με σκοπό αυτή να τον φρενάρει. Όμως η κουπαστή έσπασε και ο Ίγκορ έπεσε στο κενό και σκοτώθηκε. Το φάντασμα του ονείρου ήταν ένας εξωγήινος που έκλεψε την ψυχή του και τον πήγε στον πλανήτη του, όπου γεννήθηκε ως ένας από τα αδέρφια του Κάσπερ.
Aurora, 24
-Καναδάς, 1949. Η Aουρόρα ζούσε κοντά σε μια λίμνη και πήγαινε συχνά στην ακτή για να παίξει. Υπήρχαν νούφαρα, ψάρια και κύκνοι, και τα κοίταζε γοητευμένη. Η μητέρα της την φώναζε στο σπίτι για φαγητό, αλλά αυτή ήταν τόσο μαγεμένη από το θέαμα που δεν ήθελε να φύγει. Μερικές φορές τής φαινόταν ότι ο κύκνος τής μιλούσε και θαύμαζε την ομορφιά και την υπερηφάνεια του. Η μητέρα της τη μάλλωνε και πήγαινε να την πάρει. Άλλες φορές βρεχόταν ή λερωνόταν και η μητέρα της τη μάλλωνε ακόμα περισσότερο. Μια μέρα η Αουρόρα είχε ξαπλώσει στην όχθη και σκεφτόταν τη μητέρα της που τη μάλλωνε και πόσο όμορφα ήταν η λίμνη και ο κύκνος. Τότε ο κύκνος τη ρώτησε αν ήθελε να γίνει σαν αυτόν, να κολυμπάει χωρίς να βρέχεται, να κάνει ό,τι θέλει, να είναι όμορφη και ανεξάρτητη. Αυτή είπε ναι, και ο κύκνος τής είπε ότι το μόνο που έπρεπε να κάνει ήταν να το ευχηθεί με όλη της την ψυχή. Το έκανε κι΄αυτό και ο εξωγήινος που παρίστανε τον κύκνο τη σκότωσε και την πήρε στον πλανήτη του όπου γεννήθηκε κύκνος.
Άλλη μια ζωή όπου η Aurora έγινε εξωγήινος:
-ΗΠA, Maryland, 1959. Η Aurora αγαπούσε τα κινούμενα σχέδια, και ιδιαίτερα τον Κάσπερ, το φιλικό φαντασμάκι. Αφού έβλεπε τα κινούμενα σχέδια στην τηλεόραση με τον αδελφό της, άρχιζε να τρέχει γύρω-γύρω στο σπίτι και να μιμείται τον Κάσπερ, κάνωντας ότι πετάει. Η μητέρα της τής έλεγε να ηρεμήσει και να φάει ή να κάνει τα μαθήματά της, δε σκέφτηκε όμως ποτέ ότι αυτό το παιχνίδι μπορούσε να γίνει επικίνδυνο. Η Aurora ονειρεύτηκε τον Κάσπερ. Στο όνειρό της τον συνάντησε αυτοπροσώπως και καταενθουσιάστηκε. Αυτός τη ρώτησε αν ήθελε να πετάει σαν κι αυτόν και να πηγαίνει μαζί του στις αποστολές του. Αυτή είπε φυσικά, αλλά πώς μπορούσε να πετάξει, αφού ήταν άνθρωπος; Ξαφνικά σηκώθηκε από το έδαφος και πέταξε. Το βρήκε φανταστικό και ακολούθησε τον Κάσπερ μέχρι τον ουρανό. Εκείνη τη στιγμή, ο εξωγήινος που είχε την εμφάνιση του Κάσπερ και τη βοήθησε να πετάξει, σκότωσε αστρικά το βιολογικό της σώμα και πήρε την ψυχή της στον πλανήτη του. Εκεί η Aurora ξαναγεννήθηκε ως άλλος ένας Κάσπερ. Η μητέρα της τη βρήκε νεκρή το επόμενο πρωί. Όταν η Αουρόρα δέχτηκε τη βοήθεια για να πετάξει έκανε συμφωνία με τον εξωγήινο που απέκτησε έτσι το δικαίωμα να τη σκοτώσει και να πάρει την ψυχή της.
Κύριλλος, 28
-Γερμανία, 1957. Μικρός τού άρεσε η ξιφομαχία και με το πλαστικό σπαθί που τού αγόρασε η μητέρα του εξασκούταν μόνος του ή με τους φίλους και τα αδέρφια του. Ονειρευόταν ότι ήταν μεγάλος πολεμιστής, και τον χειροκροτούσε το κοινό που τον παρακολουθούσε. Σε ένα άλλο όνειρο τού είπαν ότι για να γίνει πραγματικός πολεμιστής και άριστος ξιφομάχος έπρεπε να το εκφράσει σαν δυνατή επιθυμία και να φανταστεί τον εαυτό του έτσι. Τού είπαν να ζωγραφίσει μια εικόνα του εαυτού του στο μυαλό του με τον τρόπο που ήθελε να είναι και αυτό θα συνέβαινε. Αυτός το έκανε. Προπονήθηκε εντατικά ώστε να κερδίσει το τουρνουά της γειτονιάς. Κέρδιζε τη μία μάχη μετά την άλλη μέχρις ότου ανακυρήχθηκε ο απόλυτος νικητής. Τα παιδιά έφτιαξαν ένα βήμα με τρία σκαλιά για τους τρεις πρώτους νικητές. Ο Κύριλλος ανέβηκε στην κορυφή και χάρηκε τη νίκη και τις ζητοκραυγές. Καθώς κατέβαινε, το κορυφαίο σκαλί έσπασε, το παιδί έπεσε, χτύπησε το κεφάλι του πάνω στο διπλανό σιδερένιο στύλο και πέθανε. Ο εξωγήινος που τού είχε μιλήσει στο όνειρο τον πήρε στον πλανήτη του όπου γεννήθηκε ως πολεμιστής με ξίφος.
Σοφία, 17
-USA, Μασαχουσέτη, 1974. Μικρή ήταν λάτρης του σήριαλ Χαμένοι στο διάστημα και το παρακολουθούσε με πάθος. Έβρισκε το ρομπότ πολύ αστείο και το μιμούταν ανοίγοντας τα χέρια της, τρέχοντας γύρω-γύρω και φωνάζοντας "Κίνδυνος, κίνδυνος"! Ή απαντούσε στη μητέρα της "Θετικό", "Αρνητικό", αντί για ναι και όχι. Τα άλλα παιδιά στο σχολείο συμμερίζονταν το ενδιαφέρον της για αυτή τη σειρά και έπεισαν τους δασκάλους να τα αφήσουν να ανεβάσουν μια παράσταση στο τέλος της χρονιάς. Τα παιδιά θα έπαιζαν ένα επεισόδιο της σειράς, το καθένα τους από έναν ήρωα. Η Σοφία θα ήταν το ρομπότ. Σε ένα όνειρο, πριν την παράσταση, είδε το ρομπότ να τής λέει ότι έπρεπε να ευχηθεί να γίνει σαν κι΄αυτό αν ήθελε να κερδίσει το πρώτο βραβείο. Αυτή το έκανε, και βγήκε νικήτρια. Για να το γιορτάσει ζήτησε από τους γονείς της να την πάνε σε ένα θεματικό πάρκο, όπου υπήρχε ένα διαστημικό μηχάνημα που σχετιζόταν με το σήριαλ. Το έκαναν και το κορίτσι πέρασε φανταστικά. Ωστόσο, ενώ οι γονείς της έτρωγαν και αυτή έτρεχε γύρω-γύρω μιμούμενη του ρομπότ, σκόνταψε, χτύπησε το κεφάλι της και πέθανε. Το ρομπότ από το όνειρο ήταν ένας εξωγήινος που τη σκότωσε, πήρε την ψυχή της στον πλανήτη του και την έκανε να μετενσαρκωθεί σαν ένα άλλο παρόμοιο ρομπότ.
Ολυμπία, 21
-Νορβηγία, 1810. Η Ολυμπία και ο αδελφός της ήταν από φτωχή οικογένεια και ζούσαν στην εξοχή. Τις Κυριακές επισκέπτονταν τη γιαγιά τους που τούς έλεγε παραμύθια. Ένα ιδιαίτερο παραμύθι που τα συνάρπαζε, και ειδικά την Ολυμπία, ήταν η ιστορία της κοπέλας που φίλησε τον μαγεμένο βάτραχο που μετατράπηκε σε πρίγκιπα. Η γιαγιά τής έδωσε ένα εικονογραφημένο βιβλίο με το παραμύθι. Κοίταζε τις εικόνες ξανά και ξανά και φανταζόταν ότι γινόταν πριγκίπισσα. Πρότεινε στον αδερφό της να παίξουν την ιστορία μαζί. Αυτός ντύθηκε βάτραχος, αυτή τον φίλησε, αυτός έγινε πρίγκιπας και παντρεύτηκαν. Και όταν ο αδερφός δεν είχε όρεξη να παίξει αυτό το παιχνίδι, έπαιζε μόνη της: αυτή ήταν ο βάτραχος, ο πρίγκιπας και η πριγκίπισσα. Στα όνειρά τους είδαν ότι έγιναν πραγματικοί πρίγκιπες και πριγκίπισσες κα τούς αποκαλύφθηκε το εξής μυστικό. Αν εύχονταν με όλη τους την ψυχή να γίνουν βατράχια, η ανταμοιβή θα ήταν να γίνουν πρίγκιπας και πριγκίπισσα. Αυτό τούς άρεσε. Πήγαν στη λίμνη του δάσους να παίξουν, γιατί εκεί είχε βατράχια, και ο αδερφός της ήθελε να τα δει. Η μητέρα τους τούς προειδοποίησε να μην πάνε πολύ μακριά. Πήγαν στο δασάκι, αλλά δεν είδαν βατράχια. Ο αδερφός πρότεινε να σκαρφαλώσουν σε ένα δέντρο, έτσι θα έβλεπαν πού κρύβονταν τα βατράχια. Ανέβηκαν σε ένα χοντρό κλαδί που κρεμόταν πάνω από τη λίμνη και κάθισαν για να παρακολουθήσουν. Όμως το κλαδί δεν άντεξε το βάρος τους και έσπασε. Τα παιδιά έπεσαν στη λίμνη. Δεν ξέρανε κολύμπι, πανικοβλήθηκαν και πνίγηκαν. Το όνειρο τούς το είχε στείλει ένας εξωγήινος που έσπασε το κλαδί, τα σκότωσε και πήρε τις ψυχές τους στον πλανήτη του, όπου γεννήθηκαν ως αλλασσόμορφοι: το αγόρι γινόταν βάτραχος και πρίγκιπας και το κορίτσι βάτραχος και πριγκίπισσα.
Γιώργος, 45
-Αγγλία, 1773. Ο Γιώργος ήταν η κόρη της υπηρέτριας στο αρχοντικό μιας οικογένειας της υψηλής κοινωνίας. Η μητέρα της την έβαζε να τρίβει το πάτωμα. Το έκανε με το στανιό, γονατιστή. Μισούσε αυτή τη ζωή και ονειρευόταν να φύγει μακρυά. Και αφού δεν μπορούσε να το κάνει σε φυσικό επίπεδο, το έκανε με τη φαντασία της. Ονειρευόταν ότι ήταν μια ευτυχισμένη, πλούσια, κομψή και ελεύθερη κυρία, ότι είχε ένα όμορφο δικό της σπίτι κι΄ ότι μπορούσε να κάνει ό,τι θέλει. Τής ήρθε η σκέψη ότι όλα αυτά ήταν δυνατά. Ρώτησε πώς και η επόμενη σκέψη που τής ήρθε ήταν να το ευχηθεί με όλη της την ψυχή. Τη νύχτα είδε μια τέτοια ζωή στο όνειρό της. Την επομένη, καθώς έτριβε το πάτωμα, έκλεισε τα μάτια της και έκανε αυτή την ευχή. Όταν σηκώθηκε, γλίστρησε, έπεσε, χτύπησε το κεφάλι της και πέθανε. Οι σκέψεις στάλθηκαν από έναν εξωγήινο που τη σκότωσε και πήρε την ψυχή της στον πλανήτη του, όπου γεννήθηκε ως η κυρία που ήθελε, με ομπρελίνι.
Δημήτρης, 26
-Γερμανία, 1962. Ο Δημήτρης ήταν ένα ζωηρό παιδί που τού άρεσε να παίζει με το ηλεκτρικό του τραινάκι, τα στρατιωτάκια του, τα ρομποτάκια και άλλα μηχανικά παιχνίδια. Άρχισε να παίζει αυτό το είδος παιχνιδιών με τους φίλους του. Δημιούργησαν δύο ομάδες και έπαιζαν πόλεμο. Η μία ομάδα αποτελείτο από ρομπότ και η άλλη από ανθρώπους. Τα ρομπότ φορούσαν μια πανοπλία που είχαν φτιάξει. Ο Δημήτρης ήταν ρομπότ, ο αρχηγός των ρομπότ, επειδή ήθελε να είναι πιο δυνατός από τους ανθρώπους. Ήταν τόσο απορροφημένος από όλα αυτά τα παιχνίδια που άρχισε να τα ονειρεύεται  και να βλέπει τον εαυτό του ήρωα. Σε ένα από αυτά τα όνειρα κάποιος τον ρώτησε αν ήθελε να γίνει σαν το υπερ-ισχυρό ρομπότ που μπορούσε να πετάξει και να επιτεθεί στον εχθρό μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Αυτός απάντησε ναι. Αυτός που τον ρώτησε ήταν εξωγήινος και ο Δημήτρης έκανε συμφωνία. Ο εξωγήινος τον σκότωσε στον ύπνο του με καρδιακή προσβολή και τον πήγε στον πλανήτη του. Εκεί γεννήθηκε ως ένα είδος ιπτάμενης βίδας με έλικα. Ήταν 7 ετών. Οι γονείς του τον βρήκαν νεκρό το επόμενο πρωί. Δεν μπόρεσαν να ξεπεράσουν ποτέ το θάνατό του και χώρισαν. Η μητέρα έμεινε μόνη και πικραμένη ώσπου πέθανε από μια αρρώστεια ενώ ο πατέρας έπινε και είχε εφήμερες σχέσεις.
Διάσημος τραγουδιστής, αποθανών.
-ΗΠA, Μιζούρι, 1963. Ο ήρωάς μας ήταν ένα υπερκινητικό παιδί και το όνειρό του ήταν να γίνει αστροναύτης. Έπαιζε συχνά στην αυλή με τους φίλους του. Στον ύπνο του κάποιος τού μίλησε για το μέλλον του. Τού είπε ότι είχαν μεγάλα σχέδια γι 'αυτόν, επειδή ήταν ενθουσιώδης και πρόθυμος να εργαστεί. Τον ρώτησε τι ήθελε να γίνει όταν μεγαλώσει. Το παιδί τού είπε ότι ήθελε να γίνει αστροναύτης. Το ον του ονείρου απάντησε ότι αυτό μπορούσε να γίνει αν έκτιζε έναν πυραύλο στην αυλή του, έμπαινε μέσα και ευχόταν με όλη του την ψυχή να γίνει αστροναύτης. Το παιδί ξύπνησε ενθουσιασμένο και άρχισε να μαζεύει σίδερα και μέταλλα από τους γείτονες για τον πυραύλο του. Οι γονείς του δε θεώρησαν ότι ήταν κακό, αντίθετα, σκέφτηκαν ότι είχε ζωηρή φαντασία. Ούτε καν πήγε το μυαλό τους στο ότι αυτό το όνειρο μπορούσε να είναι παγίδα. Οι φίλοι του πήγαιναν να τον δουν και να διασκεδάσουν ενώ κατασκεύαζε τον πύραυλο. Ο πυραύλος ολοκληρώθηκε με επιτυχία και το παιδί μπήκε περίφανα μέσα. Επιθύμησε ολόψυχα να γίνει αστροναύτης. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα ο πυραύλος κατέρρευσε και έπεσε επάνω του, σκοτώνοντάς τον. Ο εξωγήινος που τού είχε κάνει τη συμφωνία πήρε την ψυχή του στον πλανήτη του, όπου το παιδί γεννήθηκε αστροναύτης, με κοστούμι και πλήρη εξοπλισμό αστροναύτη. Αυτός ο αστροναύτης έκανε αργότερα μια συμφωνία με τον φωτεινό παράλληλό του, που ήταν τραγουδιστής και ζήτησε να γίνει διάσημος. Πήρε την ψυχή του τραγουδιστή στον πλανήτη του ως ενεργειακό σκλάβο και έζησε τη ζωή του στο βιολογικό σώμα του τραγουδιστή. Έζησε 45 χρόνια έτσι, το μεγαλύτερο μέρος της σταδιοδρομίας του τραγουδιστή. Έκανε συμφωνίες με τους ανθρώπους που αγόραζαν τους δίσκους του, βάζοντας εμφυτεύματα στο σώμα τους και κλέβοντας την ψυχή τους. Η δίδυμη ψυχή του, που ήταν πελάτισσά μου, με ρώτησε γι’ αυτόν, εγώ ανακάλυψα τι συνέβη και οδήγησα τόσο τον αστροναύτη όσο και τον σκλάβο στο Φως.
Τσέστερ, 48
-Δανία, Κοπεγχάγη, 1872. Όταν ο Τσέστερ ήταν κοριτσάκι, η μητέρα της τής διάβαζε τις ιστορίες του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Τής άρεσε ιδιαίτερα η ιστορία της μικρής γοργόνας. Η μικρή γοργόνα άρχισε να έρχεται στα όνειρά της και να τής δείχνει τον κόσμο της, το βασίλειο των θαλασσών. Ο Τσέστερ καταενθουσιάστηκε και άρχισε να κοιτάζει όλο και περισσότερο τις εικόνες του βιβλίου με το παραμύθι και να φαντάζεται τον κόσμο της θάλασσας. Σε ένα όνειρο η μικρή γοργόνα τής είπε ότι μπορούσε να δει τον κόσμο αυτό από κοντά. Ο Τσέστερ τη ρώτησε πώς και η γοργόνα τής είπε ότι το μόνο που χρειαζόταν ήταν να ευχηθεί με όλη της την ψυχή να γίνει σαν κι’ αυτήν. Το κοριτσάκι το έκανε, και η μικρή γοργόνα που ήταν εξωγήινη τη σκότωσε στον ύπνο της και πήρε την ψυχή της στον πλανήτη της. Εκεί ο Τσέστερ γεννήθηκε ως γοργόνα. Την επόμενη μέρα η μητέρα της τη βρήκε νεκρή. Ήταν 7 ετών και αυτή η μητέρα ήμουν εγώ. Ο βαθύτερος λόγος για τον οποίο ένοιωσε την ανάγκη να πάει σε έναν άλλο κόσμο ήταν επειδή τσακωνόμαστε. Είχε δει ότι ο σύζυγός μου (ο πατέρας της) είχε ερωμένη και μού το είπε, αλλά δεν την πίστεψα. Έφτασα μιά φορά να τη χτυπήσω. Πλήρωσα ακριβά τη δυσπιστία μου, γιατί αργότερα ανακάλυψα την αλήθεια. Παράτησα τον άντρα μου και πέρασα τη ζωή μου μόνη, με τις φίλες μου για παρηγοριά.
Edel, 52
-ΗΠA, Γεωργία, 1954. Η Έντελ ήταν ένα πολύ ζωηρό κορίτσι και τής άρεσε ο Κάσπερ, το φιλικό φαντασματάκι και κυρίως η φίλη του, η καλή μικρή μάγισσα Γουέντι (Wendy, the Good Little Witch). Η μητέρα της τής αγόρασε μια κόκκινη φόρμα γυμναστικής, παρόμοια με της Wendy. Την έβαλε και έπαιζε τη μάγισσα. Είχε ένα μαγικό ραβδί και προσποιούταν ότι βοηθούσε τους άλλους μ’αυτό. Ήθελε να βοηθήσει τους ανθρώπους. Όταν ο αδελφός της αρρώστησε τον άγγιξε με το ραβδί της και αυτός έγινε καλά. Η Edel είπε στη μητέρα της τι συνέβη, αλλά η μητέρα χαμογέλασε, με τη σκέψη ότι η κόρη της είχε καλές προθέσεις. Στη συνέχεια, η Edel χρησιμοποίησε το ραβδί της για να δώσει περισσότερη γεύση στο φαγητό που έφτιαχνε η μητέρα της και αργότερα για να καθαρίσει το σπίτι. Η μητέρα το βρήκε περίεργο, επειδή σκέφτηκε ότι το φαγητό ήταν πράγματι πιο νόστιμο και το σπίτι πιο καθαρό, αλλά δεν πίστεψε ότι υπήρχε κάτι υπερφυσικό σ’αυτό. Η Wendy εμφανίστηκε στο όνειρο της Έντελ και τής είπε ότι αυτή τής είχε δώσει τη δύναμη να κάνει αυτά τα πράγματα και ότι με τη βοήθειά της μπορούσε να καθαρίσει όλα τα νοικοκυριά του χωριού και να τούς θεραπεύσει όλους. Απλά έπρεπε να ανέβει στην κορυφή του λόφου και να ευχηθεί με όλη της την ψυχή να γίνει σαν κι’ αυτήν. Η Edel ξύπνησε γεμάτη ενθουσιασμό και έτρεξε στο λόφο. Έκανε την ευχή και άρχισε να τρέχει προς τα κάτω για να δει αν είχε λειτουργήσει. Δυστυχώς σκόνταψε, έπεσε, χτύπησε το κεφάλι της και πέθανε. Τη σκότωσε ο εξωγήινος που πόζαρε ως Wendy και πήρε την ψυχή της στον πλανήτη του. Εκεί η Edel μετενσαρκώθηκε ως  άλλη μία Wendy. Αυτή ήταν μια από τις περιπτώσεις όπου η μητέρα έπρεπε να είχε υποψιαστεί κάτι. Μπορούσε να ζητήσει συμβουλές από τον παπά ή να αναφέρει τα περιστατικά σε άλλους ή ακόμα και να διερευνήσει τα παραφυσικά και να συμβουλέψει την κόρη της να είναι προσεκτική.
Rita, 58
-ΗΠΑ, Fairfax, Βιρτζίνια, 1729. Η Ρίτα ήταν ένα πολύ δραστήριο και περιπετειώδες κορίτσι και έπαιζε πολύ έξω, με τους φίλους της ή και μόνη. Πήγαινε βόλτα στο διπλανό δάσος ή για να κυνηγήσει πεταλούδες. Μια μέρα μια πεταλούδα την οδήγησε στο δάσος και εκεί είδε ένα μικροσκοπικό φως που αποδείχθηκε ότι ήταν νεράιδα. Μίλησαν τηλεπαθητικά και η νεράιδα τής έδειξε τον κόσμο της. Η Ρίτα επέστρεψε σπίτι γεμάτη ενθουσιασμό και είπε τα πάντα στους γονείς της. Αυτοί διασκέδασαν πολύ με την ιστορία και πίστεψαν ότι η κόρη τους είχε ζωηρή φαντασία. Η Ρίτα άρχισε να ζωγραφίζει τις νεράιδες και τον κόσμο τους και ανυπομονούσε να ξαναδεί τη νεράιδα. Μίλησε γι 'αυτό και στους φίλους της. Αλλά ήταν η μόνη που μπορούσε να δει νεράιδες. Σε ένα από τα όνειρά της είδε την νεράιδα που τής είπε ότι εάν ήθελε να βοηθήσει τις νεράιδες και να ζήσει μαζί τους μπορούσε να γίνει νεράιδα. Η Ρίτα άρχισε να το σκέφτεται. Η νεράιδα συνέχισε λέγοντας ότι έπρεπε να πάει την αυγή στο μέρος όπου την είχε δει για πρώτη φορά και να επιθυμήσει με όλη της την ψυχή να γίνει νεράιδα. Η Ρίτα το είπε στους γονείς της, αλλά αυτοί της απάντησαν ότι δεν μπορούσε να γίνει νεράιδα, επειδή ήταν άνθρωπος και ότι το δάσος έκρυβε κινδύνους. Μια νύχτα, η Ρίτα ξύπνησε την αυγή και τής ήρθε μια βαθιά επιθυμία να πάει στο δάσος. Ένιωσε ότι η νεράιδα την περίμενε. Έτσι ακολούθησε τις οδηγίες της. Μόλις επιθήμησε ολόψυχα να γίνει νεράιδα έπεσε νεκρή. Και η ψυχή της μετατράπηκε σε νεράιδα. Ήταν 7 ετών. Το επόμενο πρωί, ο πατέρας της πήγε να την ψάξει στο δάσος, αφού όταν είδε ότι δεν ήταν στο κρεβάτι, όλοι σκέφτηκαν ότι είχε πάει στο δάσος. Τη βρήκε και προς μεγάλη του φρίκη, είδε ότι ήταν νεκρή. Την πήρε στην αγκαλιά του και την πήγε σπίτι. Η μητέρα και ο αδερφός της τον είδαν να καταφτάνει και μόλις άκουσαν ότι ήταν νεκρή, η μητέρα άρχισε να κλαίει σπαραχτικά και ο αδελφός της Ρίτας κατέφυγε στην αγκαλιά της μητέρας του. Κατάλαβαν ότι αυτός που είχε μιλήσει στην κόρη τους ήταν δαίμονας και όχι νεράιδα, και ότι το δάσος ήταν δαιμονισμένο. Έγιναν πιστοί και πληροφόρησαν όλους τους γείτονες και τους γνωστούς στην εκκλησία και έξω από αυτήν για τη δαιμονική δραστηριότητα, παίρνοντας ως παράδειγμα τη Ρίτα. Είχαν, παρόλα ταύτα, μια καλή ζωή. Ο αδερφός της παντρεύτηκε και εκπαίδευσε τα παιδιά του να προσέχουν τις παγίδες των δαιμόνων. Αυτή είναι από τι ελάχιστες περιπτώσεις που είχα που η οικογένεια ανακάλυψε την αλήθεια, αν και όχι ακριβώς, αφού εκείνη την εποχή κανείς δεν ήξερε για τους εξωγήινους. Αλλά ήξεραν περισσότερα για τη δραστηριότητα του σκότους από ό, τι σήμερα. Η πόλη πήρε το όνομά της από τις νεράιδες (Fairies-Fairfax). Το 2016 οδήγησα την παράλληλη νεράιδα της Ρίτα και όλες τις άλλες σκοτεινές νεράιδες του Fairfax στο Φως.
Sergio, 24
-Δουβλίνο, 550 μ.Χ. Στον Σέρτζιο άρεσε πολύ να διαβάζει παραμύθια με νεράιδες. Ονειρευόταν να συναντήσει μια νεράιδα. Στο όνειρό του ήρθε ένας σκοτεινός εξωγήινος που μεταμφιέστηκε σε νεράιδα και τού είπε ότι για να βρει μια νεράιδα έπρεπε να γίνει ο ίδιος νεράιδα. Το παιδί ρώτησε πώς μπορούσε να γίνει νεράιδα. Ο εξωγήινος τού είπε ότι έπρεπε να πάει σε ένα συγκεκριμένο μέρος στο δάσος την αυγή, στις 6.6 π.μ. και να επιθυμήσει με όλη του την ψυχή να γίνει νεράιδα. Ο Σέρτζιο το έκανε, πέθανε και έγινε νεράιδα. Όμως δεν υπήρχαν νεράιδες εκεί και το παιδί απογοητεύτηκε. Ο εξωγήινος τού είπε ότι θα υπάρξουν νεράιδες πολύ σύντομα. Το πρώτο κορίτσι που πήγε εκεί ήταν η Έλιν, που είχε ως αποστολή ψυχής να τον σώσει. Αλλά αντί αυτή να σώσει τον Σέρτζιο, την εξαπάτησε αυτός ώστε να γίνει νεράιδα. Ο Sergio αντέγραψε τη μέθοδο του εξωγήινου κατά γράμμα. Κι’ έτσι απέκτησε παρέα. Τα περισσότερα μέλη της ομάδας του (ήταν παράλληλος του Δία, επομένως η ομάδα του ήταν οι παραλληλοι των θεών του Ολύμπου) στάλθηκαν εκεί ως παιδιά για να τον σώσουν, αλλά όλοι τους απέτυχαν. Η Έλιν παρέσυρε τον ηγέτη της τέταρτης αγγελικής ομάδας, εμένα δηλαδή, με τον ίδιο τρόπο, στο να χάσω την ψυχή μου και να γίνω σκοτεινή νεράιδα. Και εγώ έκανα το ίδιο με την ομάδα μου. Συνολικά συγκεντρώθηκαν εκεί 180 νεράιδες, που τοποθετούσαν εμφυτεύματα στους ανθρώπους και έκλεβαν κομμάτια της ψυχής τους. Τίς οδήγησα όλες στο Φως το 2015.
Η γιαγιά μου, αποθανούσα.
-Γερμανία, 1837. Από πολύ μικρή ηλικία η Ελβίρα πέρναγε πολλές ώρες στον κήπο, παίζοντας με την κούκλα της, καθισμένη στο έδαφος ή μπουσουλώντας. Έπαιζε θέατρο, μιλώντας με την κούκλα της. Μια μέρα τής μίλησε ένα λουλούδι και άρχισαν να μιλάνε οι τρεις τους. Η μητέρα της τη μάλλωνε που πέρναγε τόσο πολύ χρόνο εκεί και επέστρεφε με λερωμένα ρούχα. Το κοριτσάκι άκουγε κάποια στιγμή το λουλούδι να τού μιλάει και μέσα στο σπίτι, και να το προσκαλεί έξω στον κήπο. Η Ελβίρα το είπε στη μητέρα της, αλλά αυτή δεν έδωσε σημασία. Το κορίτσι επέμενε να βγει έξω, επικαλούμενη το καλοκαίρι που ήταν μικρό, κι’ έτσι η μητέρα της την άφησε. Σύντομα κι’ άλλα λουλούδια τη φώναζαν, ή έτσι φαινόταν. Ήταν στην πραγματικότητα ο ίδιος εξωγήινος που πήγαινε στα άλλα λουλούδια. Μια μέρα το λουλούδι ρώτησε την Eλβίρα αν ήθελε να γίνει σαν κι’ αυτά, τα λουλούδια, τότε η μητέρα της δεν θα τη μάλλωνε πια και θα μπορούσε να παίζει όσο ήθελε στον κήπο χωρίς να ανησυχεί αν τα ρούχα της θα λερωθούν. Αυτή ρώτησε πώς μπορούσε να γίνει λουλούδι, αφού ήταν παιδί. Το λουλούδι απάντησε επιθυμώντας το με όλη της την ψυχή. Το παιδί έκλεισε τα μάτια του, έκανε την επιθυμία και πέθανε αμέσως. Η ψυχή της οδηγήθηκε σε έναν άλλο πλανήτη όπου γεννήθηκε ως λουλούδι. Η μητέρα της βγήκε να την ψάξει, αλλά την βρήκε πεσμένη. Έτρεξε προς αυτήν, την άρπαξε στην αγκαλιά της με τρόμο και έβαλε τα κλάμματα, αδυνατώντας να πιστέψει ότι το κοριτσάκι της είχε πεθάνει. Κάλεσε τον γιατρό, αλλά αυτός δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Η Ελβίρα ξαναγεννήθηκε ως λουλούδι στον άλλο πλανήτη.
Η γιαγιά μου αγόραζε φρέσκα λουλούδια κάθε εβδομάδα και τα έβαζε σε ένα βάζο στο σαλόνι. Το παράλληλο λουλούδι της τής αντλούσε ενέργεια (και από μένα) όταν το έκανε αυτό. Όταν ήμουν μικρή, δεν τής άρεσε να πηγαίνω στον κήπο να παίζω. Μια φορά που επέστρεψα με το φόρεμά μου βρώμικο, με έδειρε με τη ζώνη της, και αυτή ήταν η μοναδική φορά που το έκανε. Ποτέ δεν κατάλαβα τι την έπιασε και μου πήρε πολλά χρόνια να τη συγχωρέσω. Όταν ανακάλυψα την προηγούμενη ζωή της και ήξερα πώς να το κάνω, επιτέθηκα στο παράλληλο λουλούδι της με το σπαθί μου και το οδήγησα στο Φως. Μετά από μια εβδομάδα περίπου, ενώ έπλενα τα πιάτα, η εμπριμέ κούπα που ήταν της γιαγιάς μου έσπασε! Αυτό ήταν ένα ξεκάθαρο μήνυμα από το παράλληλο λουλούδι της, που με ευχαριστούσε που το πήγα στο Φως.
Η μητέρα μου Ζωή, αποθανούσα
-ΗΠΑ, 1911. Όταν ήταν μικρή η Ζωή έπαιζε πολύ έξω με τις φίλες της. Αγωνίζονταν ποια θα σκαρφάλωνε στο δέντρο γρηγορότερα, ποια θα τερμάτιζε πρώτη στο τρέξιμο, ποια θα πέρναγε τα περισσότερα εμπόδια, κ.λπ. Είχε την ιδέα να φανταστεί ότι ήταν πίθηκος όταν σκαρφάλωνε το δέντρο, γιατί αυτό θα την έκανε πιο ευκίνητη. Λειτούργησε και μετά φαντάστηκε ότι ήταν άλογο ενώ έτρεχε, ώστε να είναι γρηγορότερη. Ύστερα φαντάστηκε ότι ήταν γάτα, έτσι θα πέρναγε τα εμπόδια πιο εύκολα. Νίκησε και θεωρούσε τον εαυτό της πολύ έξυπνο. Τα κορίτσια διοργάνωσαν ένα σούπερ διαγωνισμό στον οποίο θα συνδυάζονταν πολλές ασκήσεις, με το σκαρφάλωμα του δέντρου ως αποκορύφωμα και αμέσως μετά θα ανακυρισσόταν η πρωταθλήτρια. Η Ζωή σκέφτηκε ότι δεν υπήρχε χρόνος να φανταστεί κάθε φορά ότι ήταν διαφορετικό ζώο, όλα έπρεπε να είναι πολύ γρήγορα. Ακούστηκε κάποιος να την ρωτάει μέσα στο μυαλό της αν ήθελε να μάθει πώς να το κάνει. Αυτή είπε ναι και έπειτα φαντάστηκε ότι είναι ένα σούπερ ον που αλλάζει το σχήμα και την ικανότητά του σύμφωνα με τις απαιτήσεις. Εξασκήθηκε λίγο και η μέρα του διαγωνισμού έφτασε. Λίγο πριν ξεκινήσει,  ρωτήθηκε αν ήθελε να είναι η νικήτρια και είπε φυσικά ναι. Και έτσι έγινε, έφτασε πρώτη στο χοντρό κλαδί του δέντρου. Ήθελε να χαρεί τις ζητοκραυγές των άλλων κοριτσιών και πήγε σε ένα λεπτότερο κλαδί πιο έξω. Αλλά αυτό το κλαδί ήταν πολύ λεπτό και έσπασε. Το κορίτσι έπεσε στο έδαφος και πέθανε αμέσως. Ο εξωγήινος που τη βοήθησε να αποκτήσει πολλαπλά ταλέντα και μορφές και να κερδίσει ήταν ένας Barbapapa που την πήρε στον πλανήτη του.
Σε αυτή τη ζωή η μητέρα μου ήταν ζωγράφος αφηρημένης τέχνης και πολλά από αυτά που ζωγράφιζε είχαν κυματιστά σχήματα, όπως τα Barbapapas. Η εξωγήινη παράλληλη την επηρέαζε πολύ. Έκανε συμφωνία για να έχει επαγγελματική επιτυχία, και ζωγράφιζε ολοένα και περισσότερα εξωγήινα θέματα. Δεν τής άρεσε η γυμναστική, τώρα ξέρω γιατί.
Ο πατέρας μου Υβόν, αποθανών:
-Αυστραλία, 1831. Ζούσε στην εξοχή, σε ένα αγρόκτημα. Η οικογένεια είχε καλλιέργειες, αλλά τα πουλιά τούς τις κατέστρεφαν συχνά. Ο Υβόν τα κυνήγαγε για να παίξει. Οι γονείς του έλεγαν ότι έπρεπε να φτιάξουν ένα σκιάχτρο. Αυτός ενθουσιάστηκε και είπε ότι θα το κάνει. Μάζεψε κουρέλια, άχυρα και πολλά άλλα πράγματα και έφτιαξε το σκιάχτρο. Ενώ το έκανε, τού μίλαγε, τού έλεγε να εκπληρώσει την αποστολή του. Και το σκιάχτρο απάντησε στο μυαλό του ότι θα το έκανε. Όταν ήταν έτοιμο, το έβαλε στο περιβόλι και από τότε τα πουλιά δεν τόλμησαν ποτέ να ξαναπλησιάσουν και να κλέψουν τους σπόρους. Το αγοράκι συνέχισε να τού μιλάει και τού είπε ότι ήταν περήφανος γι 'αυτό, ότι ήταν δυνατό και αποτελεσματικό. Το σκιάχτρο τον ρώτησε αν ήθελε να είναι εξίσου δυνατός και αποτελεσματικός και αυτός απάντησε φυσικά. Και το σκιάχτρο είπε ότι έκαναν μια συμφωνία και ότι δεν θα χρειαζόταν ποτέ σκιάχτρο στο αγρόκτημά του όταν μεγάλωνε, μόνο η παρουσία του θα ήταν αρκετή. Ετσι κι’ έγινε. Μεγάλωσε, παντρεύτηκε, έκανε παιδιά και διεύρυνε το αγρόκτημα των γονιών του κάνοντάς το κυκλικό. Τα πουλιά δεν τού δημιουργούσαν κανένα πρόβλημα και είχε μεγάλη  επιτυχία με τα προϊόντα του. Αλλά μια μέρα, σε ηλικία 50 ετών, ένα πουλί πέταξε από τον ουρανό κατευθείαν προς αυτόν, τού επιτέθηκε στο κεφάλι και τον σκότωσε. Ένας εξωγήινος είχε μπει στο σκιάχτρο που είχε φτιάξει ο Υβόν και έκανε συμφωνία μαζί του, αυτός τον σκότωσε και τον πήγε στον πλανήτη του, όπου γεννήθηκε σαν εξωγήινο σκιάχτρο.
Ο πρώην μου, Θοδωρής
-ΗΠA, Μασαχουσέτη, 1850. Ο Θοδωρής κι΄ο Βασίλης (ο τωρινός του αδερφός και δίδυμη ψυχή του) ήταν γιοι μου και ήμουν παντρεμένη με τη δίδυμη ψυχή μου. Ο Θοδωρής ήταν πολύ ανταγωνιστικός με τον αδελφό του και έπαιζαν συχνά πόλεμο. Πότε ήταν πολεμιστές και πότε δράκοι ή προϊστορικά ζώα. Προσπαθούσα να τούς ηρεμήσω λίγο, αλλά δεν τα κατάφερνα. Ο σύζυγός μου έλεγε ότι ήταν αγόρια και έπρεπε να μάθουν να αμύνονται και να πολεμάνε. Ένα καλοκαίρι τούς στείλαμε σε κατασκήνωση προσκόπων για να ηρεμήσουμε λίγο και να μάθουν νέα πράγματα και κάποια πειθαρχία. Όμως μια μέρα μας ειδοποίησαν ότι έγινε ένα ατύχημα. Και τα δύο παιδιά απομακρύνθηκαν, ενώ περπατούσαν στο δάσος συλλέγοντας δείγματα και περιπλανήθηκαν. Έπεσαν σε μια χαράδρα και σκοτώθηκαν. Και οι δύο είχαν ευχηθεί να γίνουν προϊστορικά ή φανταστικά ζώα για να νικήσουν και οι εξωγήινοι των συμφωνιών τούς σκότωσαν. Ξαναγεννήθηκαν στον ξένο πλανήτη, ο Θοδωρής ως κόκκινος δράκος και ο Βασίλης ως ιγκουανοδόν.
Ήταν μεγάλο χτύπημα για μας, κατηγορήσαμε ο ένας τον άλλον και τον εαυτό μας. Αλλά δεν είχαμε κανένα σημάδι, όπως άλλοι γονείς των περιπτώσεών μου, βλέπαμε μόνο μια αντιπαλότητα που ήθελα να κατευνάσω. Αργότερα αποκτήσαμε μια κόρη που ήταν η παρηγοριά μας, αλλά ποτέ δεν ξεπεράσαμε την τραγωδία. Οι γιοι μας ήταν και οι δύο κόκκινοι, πράγμα που σημαίνει ότι οι δαίμονές τους ασκούσαν ισχυρό έλεγχο στο μυαλό τους.
Βασίλης, αδερφός του Θοδωρή
-Γερμανία, Στουτγάρδη, 1939. Ο Βασίλης ήταν αδερφός μου και ο Θοδωρής πατέρας μου. Ο Βασίλης λάτρευε τα αεροπλάνα και οι γονείς μας τού αγόρασαν ένα αεροπλανάκι με τηλεχειριστήριο. Τού άρεσε τόσο πολύ που έπαιζε αδιάκοπα μ’ αυτό. Επίσης έκανε ότι ήταν ο ίδιος αεροπλάνο, τρέχοντας γύρω-γύρω στο σπίτι και στη γειτονιά με ανοιχτά τα χέρια, σαν να είναι φτερά. Μια μέρα το τηλεχειριστήριο σταμάτησε να λειτουργεί και ο Βασίλης στενοχωρήθηκε και προσπαθούσε ξανά και ξανά να το κάνει να λειτουργήσει, ικετεύοντας το αεροπλάνο να πετάξει όπως έπρεπε. Μετά από λίγο το αεροπλανάκι δούλευε και πάλι κανονικά. Το ίδιο συνέβη ξανά και κάθε φορά που ο Βασίλης ήθελε να υπακούσει το αεροπλάνο, αυτό υπάκουγε. Σύντομα συνειδητοποίησε ότι η σκέψη του μπορούσε να ελέγξει το αεροπλανάκι και μάς το είπε. Οι γονείς μας σκέφτηκαν ότι αυτά ήταν παιδικά παιχνίδια και δεν έδωσαν σημασία. Μού το έδειξε και έβλεπα πώς τον υπάκουγε. Σκέφτηκα ότι ήταν κάτι σαν μαγεία. Σύντομα το αεροπλανάκι έκανε κύκλους στον αέρα, και ο Βασίλης έκανε μια επίδειξη στους φίλους του. Όλοι εντυπωσιάστηκαν και τον θαύμασαν. Ο Βασίλης ονειρεύτηκε το αεροπλάνο και αυτό τού μίλησε. Τού είπε ότι ήταν ζωντανό και παγιδευμένο σ’ αυτό το μηχανικό αντικείμενο. Ο Βασίλης ήταν περίεργος και ζήτησε περισσότερες λεπτομέρειες. Το αεροπλάνο τού είπε ότι είχε πιαστεί αιχμάλωτο και έμεινε εκεί μέσα και ότι ο Βασίλης μπορούσε να το βοηθήσει, αν ήθελε, όπως τον βοήθησε το αεροπλάνο. Ο Βασίλης ήθελε να δει την αληθινή του μορφή. Το αεροπλάνο απάντησε ότι μόνο αν το ελευθέρωνε μπορούσε να το δει. Ο Βασίλης ρώτησε πώς μπορούσε να το ελευθερώσει και το αεροπλάνο τού είπε ότι αν τού έμοιαζε, θα το έβλεπε. Ο Βασίλης ρώτησε πώς μπορούσε να τού μοιάσει και το αεροπλάνο τού είπε με τον ίδιο τρόπο που το είχε κάνει να πετάξει και να κάνει κόλπα στον αέρα, επιθυμώντας το ολόψυχα. Ο Βασίλης ήθελε να δει το ον μέσα στο αεροπλάνο και έκανε την ευχή. Ο εξωγήινος, μεταμφιεσμένος σε αεροπλάνο, τού είπε να πετάξει, ο Βασίλης πήδηξε από το κρεββάτι, έπεσε, χτύπησε το κεφάλι του και πέθανε ακαριαία. Ο εξωγήινος πήγε την ψυχή του στον πλανήτη του όπου ξαναγεννήθηκε ως πύραυλος και άρχισε να κάνει την ίδια δουλειά, να πηγαίνει στα παιδιά, να κάνει συμφωνίες μαζί τους και να κλέβει τις ψυχές τους.
Ο θάνατος του αδερφού μου ήταν σοκ, αλλά κατάλαβα ότι σκοτώθηκε από τη μαγεία που είχε εξασκήσει. Η μητέρα μας ήταν ράκος. Και ο πατέρας μας το ίδιο, αλλά προσπαθούσε να είναι δυνατός για τη γυναίκα του. Οι γονείς μου έκαναν άλλο ένα παιδί που τούς βοήθησε να μειωθεί ο πόνος. Αλλά δεν αγόρασαν ποτέ πια παιχνίδια με τηλεχειριστήριο.
Άλλη μια ζωή του Βασίλη
-Θιβέτ, 651. Ο Βασίλhς ήταν αδερφός μου. Έγινε μοναχός σε ένα σκοτεινό μοναστήρι στο οποίο εξασκούσαν τη γιόγκα κουνταλίνι. Μετά από πολλή σκληρή δουλειά, κατάφερε να ανεβάσει την κουνταλίνι του (όπως λέγεται) και ο εξωγήινος (πουλί φοίνιξ) που συνδέεται με αυτό το είδος γιόγκα τον σκότωσε και πήγε την ψυχή του στον πλανήτη του όπου έγινε ένας από αυτούς.
Όταν σ’ αυτή τη ζωή μίλησα αστρικά στον παράλληλο φοίνικα του Βασίλη και τού έδειξα την αλήθεια, αναστατώτηθε πολύ που την πάτησε έτσι και που έβλαψε τόσους ανθρώπους. Επέλεξε να φύγει από τον πλανήτη και να πάει στο Φως.
Και άλλη μια ζωή του:
-Κόστα Ρίκα, 1871. Βασίλης, ο Θοδωρής και εγώ ήμαστε αδέρφια. Ήμαστε από φτωχή οικογένεια, αλλά αγαπημένοι. Ο Θοδωρής και εγώ είμαστε ικανοποιημένοι, αλλά ο Βασίλης ήταν δυσαρεστημένος. Διασκεδάζαμε παίζοντας στο δρόμο, αλλά πέρα από αυτό ο Βασίλης ήθελε να γίνει πλούσιος, να έχει κύρος, μια ονειρική ζωή. Οι γονείς μας δεν μπορούσαν να μάς στείλουν στο πανεπιστήμιο και έπρεπε να εργαστούμε αν θέλαμε να πάμε. Ο Βασίλης δημιούργησε ένα φανταστικό κόσμο για τον εαυτό του. Ένας εξωγήινος τον είδε και άρχισε να μιλάει στο μυαλό του. Τού έστειλε εικόνες του πλανήτη του, ένας πλανήτης ψυχαγωγίας. Αυτό τον έκανε να θέλει να πάει σ΄αυτόν τον κόσμο. Μια μέρα κάναμε κάποια υπαίθρια ψώνια, όταν έπεσε στο κεφάλι του μια γλάστρα. Πέθανε επί τόπου. Υποτίθεται ότι η γλάστρα έπεσε από τον αέρα, αφού δεν υπήρχε κανείς στη βεράντα, αλλά στην πραγματικότητα την έσπρωξε ο εξωγήινος. Πήρε την ψυχή του Βασίλη στον πλανήτη του όπου γεννήθηκε χελώνα.
Και μια τελευταίο:
-ΗΠA, Οκλαχόμα, 1856. Ο Βασίλης ήταν συμμαθητής και φίλος. Όλα τα παιδιά παίζαμε πολλά παιχνίδια, όπως κυνηγητό, και διασκεδάζαμε πολύ. Κάναμε επίσης διαγωνισμούς. Ένα από αυτά τα παιχνίδια είχε να κάνει με τη μίμηση ζώων. Αυτό κατέληξε σε σχολική παρουσίαση, αφού ο δάσκαλος το βρήκε καλή ιδέα. Ο καθένας μας έπρεπε να αντιπροσωπεύσει ένα ζώο χωρίς να πει το όνομά του και οι υπόλοιποι στην τάξη έπρεπε να μαντέψουν τι ήταν, κατόπιν έρευνας. Ο Βασίλης είδε ένα όνειρο με πολλά ζώα και κάποιος τού είπε ότι θα ήταν ο νικητής εάν επέλεγε ένα προϊστορικό ζώο, αφού κανείς δεν θα το μάντευε. Τού άρεσε πάρα πολύ η ιδέα και το αποφάσισε. Σε ένα άλλο όνειρο κάποιος τού είπε ότι εάν ήθελε να είναι σίγουρος για την τελική επιτυχία θα έπρεπε να επιθυμήσει να γίνει αυτό το ζώο. Με αυτόν τον τρόπο η παρουσίασή του θα ήταν πιο ρεαλιστική, αφού θα ένιωθε σαν αυτό το ζώο. Ακολούθησε αυτή τη συμβουλή και βγήκε νικητής, αφού κανείς δεν μπόρεσε να μαντέψει το ζώο. Την ημέρα των αποτελεσμάτων έγινε σεισμός στην τάξη. Ένα κομμάτι της οροφής έπεσε στο κεφάλι του Βασίλη ενώ στεκόταν μπροστά στην τάξη και τον σκότωσε. Κανείς άλλος δεν έπαθε τίποτα. Αυτός που τού είχε μιλήσει στο όνειρό του ήταν ένας εξωγήινος που τον σκότωσε και πήγε την ψυχή του στον πλανήτη του. Εκεί γεννήθηκε ως ζώο που έμοιαζε με δεινόσαυρο και άρχισε να κάνει με τη σειρά του συμφωνίες με παιδιά.
Εγώ.
-Βραζιλία, 1809. Έμενα σε παραγκούπολη. Μού άρεσε το ποδόσφαιρο και έπαιζα με τα αγόρια της γειτονιάς. Η γειτονιά ήταν βρώμικη και οι συνθήκες διαβίωσης ήταν κακές. Έπρεπε να δουλεύουμε σκληρά και λυπόμουν τους γονείς μου. Αυτοί δεν διαμαρτύρονταν, συνήθιζαν να λένε ότι η σκληρή δουλειά θα αποδώσει τελικά. Εγώ μισούσα τη βρωμιά, τη δυσοσμία, τα σκατά στους δρόμους, τις κατσαρίδες και να πρέπει να καθαρίζω συνέχεια. Ονειρευόμουν έναν καθαρό κόσμο, όμορφα χρώματα, μια ζωή αναψυχής, ταξίδια και άθληση. Πήγαινα πού και πού στη δημοτική βιβλιοθήκη και διάβαζα ξένα βιβλία ιστορίας, για βασιλικές οικογένειες, οτιδήποτε ξέφευγε από τη θλιβερή πραγματικότητα. Και αυτές οι περιγραφές με έκαναν να θέλω όλο και περισσότερο να ζήσω σαν αυτούς τους ανθρώπους. Άκουσα κάποιον να λέει στο μυαλό μου ότι μπορούσα να το έχω αυτό, αν ήθελα, εφ 'όσον ήμουν πρόθυμη να δώσω οτιδήποτε σε αντάλλαγμα. Εγώ πίστευα ότι δεν είχα απολύτως τίποτα να δώσω, κι’ έτσι δέχτηκα. Βγήκα από τη βιβλιοθήκη και περίμενα να μεταφερθώ μαγικά σε αυτή την άλλη πραγματικότητα. Ένα άλογο αφήνιασε, άρχισε να τρέχει στο δρόμο, με χτύπησε και πέθανα. Με σκότωσε η οντότητα που μού είχε υποσχεθεί ότι η ζωή του ονείρου θα εκπληρωθεί. Ξύπνησα με ένα άλλο σώμα, σε έναν άλλο πλανήτη. Ήταν ένας όμορφος κόσμος, ακριβώς όπως τον είχα ονειρευτεί. Μάς εξυπηρετούσαν ρομπότ και δουλεύαμε μόνο αν και όσο θέλαμε. Παίζαμε ποδόσφαιρο και άλλα αθλήματα, ταξιδεύαμε, όλα ήταν δωρεάν, κάναμε ό, τι μας ευχαριστούσε. Οι υπολογιστές μάς ετοίμαζαν τα πιο εκλεκτά γεύματα και το σπίτι μου ήταν σαν κουκλίστικο, με παστέλ χρώματα, ωραίες διακοσμήσεις, εικόνες όμορφων τοπίων. Αν ήθελα να κάνω σεξ, επέλεγα ένα ρομποτοειδές της επιλογής μου ή ένα φίλο μου, αν το ήθελε κι΄ αυτός. Ήμουν 10 όταν έκανα τη συμφωνία και ως εξωγήινος έγινα αλλασσόμορφη: δίποδη πάπια, λουλούδι και φίδι.
Σ΄αυτή τη ζωή  με επηρέαζε αρκετά η εξωγήινη παράλληλή μου: πάντα μου άρεσαν τα κόμιξ και ειδικά οι πάπιες του Ντίσνεϋ και τα λουλούδια, αλλά όχι τα φίδια. Η αποστολή της ψυχής μου ως κορίτσι στη Βραζιλία ήταν να γίνω μεγάλη ποδοσφαιρίστρια και να κάνω το ποδόσφαιρο των γυναικών το ίδιο δημοφιλές όσο το αντρικό. Αφού απέτυχα, καμμιά άλλη δεν μπόρεσε να το κάνει. Τώρα σκότωσα την εξωγήινη παράλληλή μου με το σπαθί μου και πήγε στο Φως. Έχει ήδη ξαναγεννηθεί σε βραζιλιάνικη παραγκούπολη και θα προσπαθήσει να επιτύχει την αποστολή της, αν και 200 χρόνια αργότερα.
Σ΄αυτή τη ζωή προσπάθησαν πάλι να με ξεγελάσουν στα 10 μου, μιλώντας στο μυαλό μου. Ήμουν ερωτευμένη με μια συμμαθήτριά μου και με ρώτησαν αν ήμουν διατεθειμένη να δώσω οτιδήποτε για να έχω την ανταπόκρισή της. Εγώ απάντησα όχι, γιατί πού ήξερα ότι αυτοί μετά δε θα με σκότωναν; Και πρόσθεσα ότι τότε δεν θα είχε πια σημασία αν είχα την αγάπη της. Κι’έτσι γλύτωσα.
Linda, η γάτα ενός φίλου:
-Ελβετία, 1952. Η Λίντα ήταν ένα όμορφο και συγκαταβατικό κοριτσάκι που κοιμόταν με την κούκλα του. Το πρωί την ξυπνούσε ο κούκος στο ρολόι της μητέρας της. Η μητέρα ήταν αυστηρή, σηκωνόταν νωρίς και ήθελε να διδάξει στην κόρη της να κάνει το ίδιο, να πειθαρχήσει και να γίνει καλός πολίτης και υπεύθυνη μητέρα. Της Λίντας τής άρεσε να κοιμάται και δεν ήθελε να ξυπνάει ή να σηκώνεται νωρίς. Ήθελε να χουζουρεύει κάτω από τα ζεστά σκεπάσματα αντί να εκτίθεται στο κρύο δωμάτιο. Ένας εξωγήινος άκουσε τις επιθυμίες της, μπήκε μέσα στον κούκο και άρχισε να μιλάει στο μυαλό της. Υποσχέθηκε να την βοηθήσει. Εμπόδισε τον κούκο από το να βγαίνει από το ρολόι και να την ξυπνάει. Η Λίντα κοιμόταν λίγο περισσότερο, μέχρι που η μητέρα της την ξυπνούσε. Η Λίντα τής είπε πως την βοηθούσε ο κούκος, αλλά η μητέρα σκέφτηκε ότι το ρολόι δεν λειτουργούσε καλά. Το έδωσε για επισκευή και για μερικές μέρες λειτούργησε καλά, αλλά μετά ο εξωγήινος κούκος επέστρεψε για να ευχαριστήσει τη Linda, που συνεχώς ζητούσε τη βοήθειά του. Τον θεωρούσε φίλο της και μίλησε στη μητέρα της γι’ αυτόν. Αλλά η μητέρα σκέφτηκε ότι ήταν ένας φανταστικός φίλος. Μια νύχτα το κορίτσι ονειρεύτηκε τον κούκο που τής έδειξε τη δουλειά του, η οποία ήταν να βοηθάει τα παιδιά να ξεκουραστούν όσο χρειάζονταν και όχι όσο οι γονείς τους νόμιζαν ότι ήταν αρκετό. Τη ρώτησε αν ήθελε να γίνει σαν κι’ αυτόν και να βοηθάει τα παιδιά σε όλο τον κόσμο. Αυτή είπε ναι. Ο εξωγήινος τη σκότωσε στον ύπνο της. Η μητέρα της δεν άκουσε τον κούκο εκείνο το πρωί και πήγε να την ξυπνήσει. Αλλά τη βρήκε νεκρή και να κρέμεται από το κρεβάτι ... Ο εξωγήινος πήγε την ψυχή της στον πλανήτη του όπου έγινε κι΄αυτή κούκος και έκανε την ίδια δουλειά, κλέβοντας ψυχές.
Η δίδυμη ψυχή μου Βαγγέλης:
Αγγλία, 1781. Ο Βαγγέλης ήταν νταής. Ήθελε να είναι ο πιο δυνατός του σχολείου και να επιβάλλει τη θέλησή του στα άλλα παιδιά. Τού άρεσε να κοιτάζει εικόνες ζώων και επέλεξε το λιοντάρι, επειδή ήταν ο βασιλιάς των ζώων. Τσακωνόταν συχνά με τα άλλα αγόρια για χαζομάρες. Σε ένα όνειρο τον πλησίασε ένας εξωγήινος και τού έδειξε πώς θα ήταν αν ήταν  λιοντάρι και ο Βαγγέλης φαντάστηκε τον εαυτό του να νικάει όλους τους αντιπάλους του, ειδικά εκείνον που ήθελε το ίδιο κορίτσι (εμένα). Προκάλεσε αυτό το αγόρι και αναμετρήθηκαν. Ο Βαγγέλιης φαντάστηκε ότι αγωνιζόταν σαν λιοντάρι και νίκησε. Είχε κάνει μια ασυνείδητη συμφωνία με τον εξωγήινο για να γίνει λιοντάρι και αυτός  τον βοήθησε να κερδίσει. Λίγο αργότερα, άρχισε να κατεβαίνει περήφανα τη σκάλα όταν γλίστρησε και έπεσε στο κενό. Πέθανε επί τόπου και ο εξωγήινος τον πήρε στον πλανήτη του, όπου γεννήθηκε λιοντάρι. Και ο "ηττημένος" πήρε το κορίτσι.
Οι ιστορίες αυτές ωφείλουν να διδάξουν στους γονείς να είναι προσεκτικοί, να ενδιαφέρονται για τα παιχνίδια, τα όνειρα, τα είδωλα και τις επιθυμίες των παιδιών τους και να τα συμβουλεύουν ανάλογα. Κανείς δεν πρέπει να επιθυμεί να είναι κάποιος ή κάτι άλλο από αυτό που είναι, επειδή όλοι έχουμε μια αποστολή και είμαστε εδώ για να την εκπληρώσουμε. Οι δυνάμεις του σκότους θέλουν να μάς αποτρέψουν και με αυτό το ύπουλο κόλπο τα καταφέρνουν. Τα παιδιά πρέπει να γνωρίζουν την ύπαρξη των γήινων και εξωγήινων δαομόνων και πώς να προστατεύονται.

Θα εκπλαγείτε όταν ανακαλύψετε τι είδους κινδύνους διατρέχουν τα παιδιά, και στην εποχή μας περισσότερο από ποτέ. Το σκοτεινό σύστημα που κυβερνά τη Γη μάς κάνει να πιστεύουμε ότι θέλει το καλό τους και ότι τα προστατεύει, ενώ αποσιωπεί ζωτικές πληροφορίες και τοποθετεί άπειρες παγίδες για να κλαπούν οι ψυχές τους και να χρησιμοποιηθούν για σκοτεινούς σκοπούς.

Στη συνέχεια καταγράφω ένα δείγμα μερικών από τις προηγούμενες ζωές των πελατών μου. Ακολουθούν το ίδιο μοτίβο, σύμφωνα με το οποίο τα ξεγελάνε, τα σκοτώνουν και μεταφέρουν την ψυχή τους σε άλλο πλανήτη.


 

Lucine, 43

-Καναδάς, 1929. Από μικρή ηλικία ο αδερφός και οι γονείς της Λουσίν κατάλαβαν ότι τής άρεσε το κολύμπι, καθώς έκανε συχνά κινήσεις όπου τέντωνε τα χέρια και τα πόδια της στο κρεββάτι ή στον αέρα. Την πήγαν σε ένα σύλλογο κολύμβησης και αποδείχτηκε πολύ καλή. Μιμούταν τις κινήσεις που έβλεπε στο μυαλό της. Πριν από έναν αγώνα με άλλα κορίτσια, το ον που τής έστελνε αυτές τις εικόνες τής είπε ότι αν ευχόταν να γίνει σαν κι’ αυτό θα κέρδιζε τον αγώνα. Το έκανε και κέρδισε. Στα αποδυτήρια βγαίνοντας από τη ντουζιέρα, γλίστρησε και χτύπησε το κεφάλι της στο ντουλάπι. Σκοτώθηκε επί τόπου. Αυτός που μιλούσε μαζί της ήταν ένας σκοτεινός εξωγήινος Μπαρμπαπάπα. Αφού τη σκότωσε πήρε την ψυχή της στον πλανήτη του, όπου ξαναγεννήθηκε κι αυτή ως Μπαρμπαπάπα. Τα Barbapapa είναι διάσημα κόμικς και μπορούν να μετατραπούν κατά βούληση σε οποιοδήποτε σχήμα και χρώμα τούς αρέσει ή χρειαστούν.


Μarcela, 48.

-ΗΠΑ, Καλιφόρνια, 1954. Η Μαρσέλα αγαπούσε τα κινούμενα σχέδια της Disney και τής άρεσε να μιμείται τον Ντόναλντ Ντακ. Οι γονείς της τής έλεγαν ότι το έκανε πολύ καλά. Ενθάρρυνε τους συμμαθητές της να παίξουν ένα θεατρικό έργο στο τέλος της σχολικής χρονιάς, όπου ο καθένας θα έπαιζε το ρόλο ενός ήρωα της Disney, σε μια ιστορία που θα διάλεγε. Τα παιδιά επέλεξαν τους ήρωές τους και η Marcela επέλεξε πρώτη, τον Ντόναλντ, αφού η ιδέα ήταν δική της. Όλοι έβαλαν τον καλύτερό εαυτό τους και έκαναν πολλές πρόβες. Η μέρα της παράστασης πλησίαζε και η Marcela ήταν ανήσυχη, αφού ήθελε να κερδίσει. Οι τρεις πρώτοι νικητές θα παίρνανε μετάλλια, όπως στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Αυτή ήθελε να ανεβεί στο υψηλότερο σκαλί του βάθρου. Τότε ήταν σαν να μιλούσε κάποιος στο μυαλό της, και τή ρωτούσε αν ήθελε να μάθει πώς θα μπορούσε να κερδίσει. Είπε ναι, και η απάντηση ήταν ότι πριν από την παράσταση έπρεπε να ευχηθεί με όλη της την ψυχή να γίνει ο Ντόναλντ. Φαινόταν καλή ιδέα και αποφάσισε να το κάνει. Έφτασε η μέρα, ευχήθηκε ολόψυχα να γίνει ο Ντόναλντ και έπαιξε σαν επαγγελματίας. Όλοι χειροκρότησαν τα παιδιά και η κριτική επιτροπή των δασκάλων έβγαλε τη Marcela πρώτη νικήτρια. Ανέβηκε στην κορυφή του βάθρου, πήρε το μετάλλιό της και απόλαυσε τα χειροκροτήματα. Κατόπιν οι γονείς της τη ρώτησαν αν ήθελε να γιορτάσει τη νίκη της σε ένα χαμπουργκεράδικο με τους φίλους της, αλλά αυτή είπε ότι προτιμάει να πάει στη Disneyland. Το πρώτο Σαββατοκύριακο που οι γονείς της μπόρεσαν να κάνουν το ταξίδι, ξεκίνησαν. Καθ’ οδόν, καθώς πλησίαζαν το πάρκο, ένα φορτηγό εμφανίστηκε από το πουθενά και συγκρούστηκε με το αυτοκίνητό τους. Οι γονείς επέζησαν, αλλά η Μαρσέλα πέθανε. Η φωνή που τής μιλούσε ήταν ένας σκοτεινός εξωγήινος και αυτή έκανε συμφωνία μαζί του. Τη σκότωσε και πήρε την ψυχή της στον πλανήτη του, όπου ενσαρκώθηκε ως Ντόναλντ.


Sara, 27

-Ισπανία, Μαδρίτη, 1671. Η Σάρα ήταν ονειροπόλα και απολάμβανε να κεντάει με την μεγάλη αδερφή της. Είχε ζωηρή φαντασία και κένταγε λουλούδια και εξωτικά ζώα που έβλεπε σε ένα βιβλίο που τής είχαν κάνει δώρο. Ονειρευόταν να επισκεφθεί αυτές τις εξωτικές χώρες και να δει από κοντά εκείνα τα φυτά και ζώα. Η αδερφή της τής έλεγε ότι ο μόνος τρόπος για να γίνει αυτό ήταν να παντρευτεί έναν εξερευνητή που θα την πήγαινε να ζήσουν στην Αμερική. Αλλά οι πιθανότητες ήταν μικρές, γιατί μάλλον θα πήγαινε μόνος του σε εκείνη την ήπειρο και αυτή δεν θα μπορούσε να τον ακολουθήσει στα ταξίδια εξερεύνησης, γιατί θα τού ήταν εμπόδιο. Η Σάρα ένιωθε απογοητευμένη αλλά συνέχισε να ονειρεύεται να εκπληρώσει το όνειρό της. Ήθελε να είναι η ίδια εξερευνήτρια και όχι μόνο να δει τα παράξενα ζώα. Ήθελε να δει νέα εδάφη και πράγματα που ποτέ κανείς δεν είχε δει. Η φαντασία της ήταν αχαλίνωτη. Έτσι άρχισε να παίζει ότι ήταν εξερευνήτρια. Μια μέρα πήγε μαζί με την αδερφή της στο κοντινό δάσος για να μαζέψουν μανιτάρια και βατόμουρα. Έκανε ένα διάλειμμα για να παίξει την εξερευνήτρια και ευχήθηκε με όλη της την ψυχή να δει έναν νέο κόσμο, μακριά από ό,τι ήταν γνωστό. Έτσι έκανε συμφωνία με έναν εξωγήινο. Αυτός τής είχε κάνει τις ιδέες αυτές εμμονή. Ο εξωγήινος  έκοψε ένα βαρύ κλαδί, αυτό έπεσε στο κεφάλι της και τη σκότωσε. Πήρε την ψυχή της στον πλανήτη του, όπου γεννήθηκε παράξενο ζώο, για την ακρίβεια μέδουσα.


Marcelο, 24

-ΗΠΑ, Πολιτεία της Ουάσινγκτον, 1936. Ο Mαρσέλο ήταν ένα άτακτο παιδί που έπαιζε πολύ με το γειτονόπουλο. Όταν έμαθε για τους Βίκινγκς στο σχολείο, τούς συμπεριέλαβε στα παιχνίδια του. Έκανε μάχες με τον φίλο του, ο καθένας τους ως ισχυρός πολεμιστής. Το γειτόπουλο ήταν συχνά πειρατής και ο Marcelo Βίκινγκ. Έπαιρνε την κατσαρόλα και το μαχαίρι της μητέρας του και τα χρησιμοποιούσε ως κράνος και σπαθί και παίρναγε ώρες παίζοντας. Επίσης άρχισε να ονειρεύεται αυτές τις μάχες. Μια νύχτα το όνειρο ήταν πολύ ζωντανό και είχε την ευκαιρία να λάβει μέρος σε μια αποστολή Βίκινγκ. Θα ήταν ο διοικητής τους. Δεν μπορούσε να το πιστέψει, αλλά άκουσε μια φωνή που τού έλεγε ότι αρκεί να επιθυμήσει με όλη την ψυχή του να γίνει μέρος αυτής της αποστολής και αυτό θα συμβεί, και θα γίνει ήρωας. Και το έκανε. Όταν το όνειρο τελείωσε, ο εξωγήινος που τού είχε στείλει το όνειρο τον έκανε να πέσει από το κρεββάτι και να πεθάνει, κάνοντάς το να φαίνεται ότι είχε χτυπήσει το κεφάλι του και ότι ο θάνατος προκλήθηκε από το χτύπημα. Πήρε την ψυχή του στον σκοτεινό πλανήτη, όπου ο Marcelo γεννήθηκε Βίκινγκ.


Μοϋσής, 34 και Γιασμίν, 36.

- Αγγλία, 1863. Από νεαρή ηλικία οι οικογένειές τους γνώριζαν η μία την άλλη και ο Μοϋσής και η Γιασμίν έγιναν καλοί φίλοι. Οι μητέρες τους τούς πήγαιναν στη θάλασσα ή στο πάρκο όπου έπαιζαν μαζί. Ο Μοϋσής ρώτησε την Γιασμίν αν ήθελε να γίνει η πριγκίπισσα του. Αυτή είπε ναι και τον ρώτησε αν ήθελε να γίνει ο πρίγκιπάς της. Δέχτηκε κι’ αυτός. Έπαιζαν συχνά το ζευγάρι, δημιουργώντας όνειρα για το μέλλον. Τα σχολεία στα οποία πήγαιναν σχεδίαζαν  μια θεατρική παράσταση με τους καλύτερους ηθοποιούς και από τα δύο σχολεία, θηλέων και αρρένων, οι οποίοι θα διαλέγονταν μετά από ένα διαγωνισμό. Ο Μωϋσής και η Γιασμίν κέρδισαν και θα έπαιζαν το βασιλικό ζευγάρι. Ήταν πολύ ενθουσιασμένοι, έμαθαν το ρόλο τους και έπαιξαν θαυμάσια. Όλοι οι γονείς τους χειροκρότησαν και οι δικοί τους γονείς  ένοιωθαν περήφανοι. Τη νύχτα, στο όνειρό τους, κάποιος τούς ρώτησε αν τούς άρεσε που ήταν το βασιλικό ζευγάρι στην παράσταση. Και οι δύο απάντησαν ότι τούς ενθουσίασε. Μετά ρώτησε αν ήθελαν να είναι βασιλικό ζευγάρι στην πραγματικότητα. Αμφισβήτησαν ότι αυτό μπορούσε ποτέ να συμβεί, αλλά το ον του ονείρου τούς διαβεβαίωσε ότι το μόνο που έπρεπε να κάνουν ήταν να το ευχηθούν ολόψυχα. Το έκαναν και πέθαναν αμέσως. Αυτός που μιλούσε στα παιδιά ήταν εξωγήινος. Τούς προκάλεσε καρδιακή προσβολή και τα πήγε στον πλανήτη του. Ήταν ένας από τους πλανήτες της Λίλιθ, που είχε παγκόσμια συμφωνία. Οι κάτοικοι ήταν δίποδες χελώνες. Ο Mοϋσής και η Γιασμίν γεννήθηκαν επίσης χελώνες, προορισμένες να γίνουν βασιλιάς και βασίλισσα. Έτσι κι΄έγινε. Κάθισαν ο καθένας τους στο θρόνο του και αποφάσιζαν τις υποθέσεις των υπηκόων τους, που ήθελαν τη συμβουλή ή απόφασή τους. Η ζωή σε αυτόν τον πλανήτη ήταν εύκολη, επειδή κανείς δεν δούλευε και όλα ήταν αυτόματα. Ήταν αρκετό να επιθυμήσει κάποιος κάτι για να γίενι πραγματικότητα: ένα πιάτο, ένα σπίτι, ένα ταξίδι, κλπ. Η αναγκαία ενέργεια για να γίνονται όλα αυτά αντλείτο από τις ανθρώπινες ψυχές.

Κατά τη διάρκεια του αστρικού Αρμαγεδδώνα, όλοι αυτοί οι πλανήτες αναψυχής ή έγιναν φωτεινοί ή καταστράφηκαν, εφόσον αρνήθηκαν να αλλάξουν. Όσοι έγιναν φωτεινοί απαλλάχθηκαν απ΄ την ολική συμφωνία και σταμάτησαν να κλέβουν ψυχές, αλλά και να είναι πλανήτες αναψυχής. Σιγά-σιγά θα γίνουν όπως η Γη, θα χρειαστεί δηλαδή να εργάζονται, αλλά θα έχουν και πρόσβαση στην αλήθεια. Επίσης τα όντα αυτών των πλανητών θα γίνουν σιγά-σιγά άνθρωποι.


Άννα, 12

-ΗΠA, Καλιφόρνια, 1771. Η Άννα ζούσε σε ένα αγρόκτημα με αγελάδες, κότες και κουνέλια. Αγαπούσε τα ζώα, ειδικά τα κουνέλια. Όταν πολλαπλασιάζονταν, οι γονείς της τα πουλούσαν σε ένα κρεοπωλείο. Η Άννα ένοιωθε βαθύ πόνο γι 'αυτό και ζητούσε από τους γονείς της να σταματήσουν να στέλνουν τα κουνέλια στο θάνατό τους. Αυτοί τής έλεγαν ότι ήταν μια σημαντική πηγή εισοδήματος γι 'αυτούς και ότι τα κουνέλια πολλαπλασιάζονται γρήγορα και ότι δεν μπορούσαν να έχουν εκατοντάδες κουνέλια στο αγρόκτημα, δεν θα υπήρχε χώρος ή χρήματα για το φαγητό τους. Η Άννα περνούσε πολλές ώρες παίζοντας μαζί τους. Ρώτησε τους γονείς της αν θα την έστελναν να πεθάνει σε περίπτωση που ήταν ένα από αυτά. Είπαν βεβαίως και όχι, αν το ήξεραν, αλλά δεν μπορούσε να είναι κουνέλι, αφού ήταν άνθρωπος. Τούς ρώτησε πώς ήξεραν αν μεταξύ αυτών των κουνελιών δεν υπήρχε κάποιος σαν κι΄αυτήν. Δεν είδαν καμμία λογική σ’αυτό και δεν έδωσαν πια σημασία στα λόγια της. Η Άννα προσπαθούσε να βρει μια λύση για να σώσει τα κουνέλια. Τότε τής ήρθε μια ιδέα: αν ήταν πραγματικά ένα από αυτά τα κουνέλια και οι γονείς της το υποψιάζονταν, δεν θα τα σκότωναν. Τότε τής ήρθε η σκέψη ότι αν ήθελε με όλη της την ψυχή να γίνει κουνέλι, τα άλλα κουνέλια θα σώζονταν. Και το έκανε. Τότε ένα κομμάτι της στέγης ξεκόλλησε, έπεσε στο κεφάλι της και τη σκότωσε. Τη σκέψη τής την έστειλε  ένας εξωγήινος που πήρε την ψυχή της στον πλανήτη του, όπου γεννήθηκε ως δίποδο κουνέλι. Οι γονείς της καταρρακώθηκαν από τον ξαφνικό θάνατό της. Για να τιμήσουν την επιθυμία της, στείρωσαν τα αρσενικά κουνέλια ώστε να μην μπορούν να αναπαραχθούν πια και τα κράτησαν ως κατοικίδια μέχρις ότου να πεθάνουν όλα.


Μια άλλη ζωή της Άννας όπου έγινε εξωγήινη:

-ΗΠA, Δυτική Βιρτζίνια, 1897. Όταν ήταν μικρή η Άννα έπαιζε θέατρο με πλαστικά ζωάκια. Έπαιζε συχνά με τον αδερφό της και με τα γειτονόπουλα. Όταν βαρέθηκαν τα ψεύτικα ζωάκια, άρχισαν να παριστάνουν ο καθένας τους ένα ζώο, ανταγωνιζόμενοι ποιος θα ήταν καλύτερος. Αυτή είχε επιλέξει τη γάτα, ένα άλλο παιδί το άλογο, ένα άλλο τον σκύλος, κλπ. Έφτιαξαν έναν πίνακα βαθμολογίας όπου έγραφαν τις επιδόσεις τους στην αναρρίχηση δέντρου, στο τρέξιμο, στο άλμα, κλπ. Μιμούνταν τα ζώα - την ευελιξία τους, την ταχύτητά τους, κλπ., κινούμενοι όπως αυτά. Το άλογο ήταν γρηγορότερο, η γάτα πιο έξυπνη και πιο ευέλικτη, το ποντίκι μπορούσε να κρυφτεί όπου κανείς άλλος, ενώ ο σκύλος μπορούσε να μυρίσει μίλια μακριά. Η Άννα ήταν τόσο απορροφημένη από αυτό το παιχνίδι που το είδε στο όνειρό της. Ονειρεύτηκε ότι ήταν η νικήτρια του διαγωνισμού. Προς το τέλος του ονείρου συνειδητοποίησε ότι ήταν απλά ένα όνειρο, αλλά κάποιος τής είπε ότι μπορούσε να γίνει πραγματικότητα. Αυτή ρώτησε πώς, αυτός απάντησε ότι αρκεί να επιθυμήσει ολόψυχα να γίνει η γάτα που θα νικούσε και αυτό τότε θα συνέβαινε. Η Άννα το ευχήθηκε και πέθανε αμέσως. Η φωνή που τής μίλησε ήταν ένας εξωγήινος που τη σκότωσε και πήρε την ψυχή της στον πλανήτη του, αφού αυτή είχε κάνει συμφωνία μαζί του. Εκεί γεννήθηκε ως δίποδη γάτα και έγινε πρωταθλήτρια. Ο πατέρας της Άννας πήγε στο δωμάτιό της για να την ξυπνήσει το πρωί, αλλά τη βρήκε νεκρή. Την σκούντησε για να βεβαιωθεί και μετά την άρπαξε στην αγκαλιά του και έπεσαν μαζί στο έδαφος, ενώ αυτός ξέσπασε σε κλάμματα. Μπήκε η μητέρα της Άννας στο δωμάτιο, αυτός τής είπε ότι η κόρη τους ήταν νεκρή, αυτή αναφώνησε και πήγε να αγκαλιάσει κι αυτή την κόρη της δίπλα στον άντρα της, κλαίγοντας μαζί του.


Tίμος, 25

-Περσία, 1950. Ο Tίμος ταξίδευε συχνά με τον πατέρα του για να πουλήσουν τα εμπορεύματά τους. Μερικές φορές πέρναγαν κάποιες ώρες στην τοπική αγορά. Εκεί το παιδί συναντούσε κάποια φιλαράκια που βοηθούσαν τους γονείς του. Στις αργίες, στα διαλείμματα ή μετά από τη δουλειά  έπαιζαν στο κοντινό δάσος. Αποφάσισαν να παίξουν το εξής παιχνίδι: Ο κάθε ένας τους πήρε ένα αντικείμενο από τα εμπορεύματα του πατέρα του και το έθαψε στο δάσος. Εκείνος που θα έβρισκε πρώτος ένα από τα θαμμένα αντικείμενα θα ήταν ο νικητής και αυτό το αντικείμενο θα αποκτούσε μια υπέρτατη αξία, κάτι σαν κύπελλο ή μετάλλιο. Ο Tίμος υποσχέθηκε στον εαυτό του ότι θα είναι ο νικητής. Τα παιδιά περπατούσαν μέσα στο δάσος ψάχνοντας ίχνη από φρεσκοσκαμμένο χώμα. Ο Tίμος βρήκε ένα σημείο και άρχισε να σκάβει. Ξέσκαψε μια λάμπα του Αλαντίν και φώναξε θριαμβευτικά. Τα άλλα παιδιά έτρεξαν να δουν αν πράγματι είχε βρει ένα από τα αντικείμενα. Καθώς ο Τίμος έτριβε τη λάμπα ως ένδειξη της ιδιαίτερης αξίας της, βγήκε από αυτήν ένα τζίνι. Τα παιδιά σάστισαν, αλλά έκαναν όλα τους μια ευχή. Κάποιος ζήτησε να έχει πλούτη, άλλος μια όμορφη γυναίκα κλπ., ενώ ο Tίμος ζήτησε να έχει σούπερ δυνάμεις, όπως το τζίνι. Τη στιγμή εκείνη χτυπήθηκε από ένα ηλεκτρικό ρεύμα που βγήκε από τη λάμπα και έπεσε νεκρός. Τα παιδιά φοβήθηκαν, έφυγαν τρέχοντας και πήγαν στους γονείς τους για βοήθεια. Ο πατέρας του Tίμου πήγε στο δάσος, αλλά δεν μπόρεσε να κάνει τίποτα. Το τζίνι είχε σκοτώσει τον γιο του και πήρε την ψυχή του στον πλανήτη του για να τον μετατρέψει σε τζίνι.


Igor, 14.

-Αγγλία, 1956. Όταν ήταν μικρός, στον Ίγκορ άρεσαν οι ιστορίες φαντασμάτων και πήγαινε με τους φίλους του σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι που υποτίθετο ήταν στοιχειωμένο. Έκανε φάρσες και τού άρεσε να τρομάζει τους ανθρώπους, όπως τα κακά φαντάσματα από το κόμικ Κάσπερ το καλό φαντασμάκι, που διάβαζε. Μια νύχτα είδε στο όνειρό του ένα φάντασμα που τού είπε ότι μπορούσε να είναι εξίσου αποτελεσματικός με αυτόν στο να τρομάζει τους ανθρώπους. Απλά έπρεπε να επιθυμήσει να γίνει σαν κι’ αυτόν. Ο Ίγκορ το θεώρησε καλή ιδέα. Την επόμενη μέρα πήγε στο στοιχειωμένο σπίτι με τους φίλους του για να παίξουν. Άργησαν να γυρίσουν σπίτι τους και η μητέρα ενός απ΄τα παιδιά πήγε να ψάξει το γιο της. Ο Ίγκορ βρισκόταν στον πάνω όροφο, στηριγμένος στην κουπαστή της σκάλας, και αποφάσισε να την τρομάξει. Επιθήμησε να γίνει σαν το φάντασμα του ονείρου του. Έκανε ότι πετούσε προς την κουπαστή φωνάζοντας, με σκοπό αυτή να τον φρενάρει. Όμως η κουπαστή έσπασε και ο Ίγκορ έπεσε στο κενό και σκοτώθηκε. Το φάντασμα του ονείρου ήταν ένας εξωγήινος που έκλεψε την ψυχή του και τον πήγε στον πλανήτη του, όπου γεννήθηκε ως ένας από τα αδέρφια του Κάσπερ.


Aurora, 24

-Καναδάς, 1949. Η Aουρόρα ζούσε κοντά σε μια λίμνη και πήγαινε συχνά στην ακτή για να παίξει. Υπήρχαν νούφαρα, ψάρια και κύκνοι, και τα κοίταζε γοητευμένη. Η μητέρα της την φώναζε στο σπίτι για φαγητό, αλλά αυτή ήταν τόσο μαγεμένη από το θέαμα που δεν ήθελε να φύγει. Μερικές φορές τής φαινόταν ότι ο κύκνος τής μιλούσε και θαύμαζε την ομορφιά και την υπερηφάνεια του. Η μητέρα της τη μάλλωνε και πήγαινε να την πάρει. Άλλες φορές βρεχόταν ή λερωνόταν και η μητέρα της τη μάλλωνε ακόμα περισσότερο. Μια μέρα η Αουρόρα είχε ξαπλώσει στην όχθη και σκεφτόταν τη μητέρα της που τη μάλλωνε και πόσο όμορφα ήταν η λίμνη και ο κύκνος. Τότε ο κύκνος τη ρώτησε αν ήθελε να γίνει σαν αυτόν, να κολυμπάει χωρίς να βρέχεται, να κάνει ό,τι θέλει, να είναι όμορφη και ανεξάρτητη. Αυτή είπε ναι, και ο κύκνος τής είπε ότι το μόνο που έπρεπε να κάνει ήταν να το ευχηθεί με όλη της την ψυχή. Το έκανε κι΄αυτό και ο εξωγήινος που παρίστανε τον κύκνο τη σκότωσε και την πήρε στον πλανήτη του όπου γεννήθηκε κύκνος.


Άλλη μια ζωή όπου η Aurora έγινε εξωγήινος:

-ΗΠA, Maryland, 1959. Η Aurora αγαπούσε τα κινούμενα σχέδια, και ιδιαίτερα τον Κάσπερ, το φιλικό φαντασμάκι. Αφού έβλεπε τα κινούμενα σχέδια στην τηλεόραση με τον αδελφό της, άρχιζε να τρέχει γύρω-γύρω στο σπίτι και να μιμείται τον Κάσπερ, κάνωντας ότι πετάει. Η μητέρα της τής έλεγε να ηρεμήσει και να φάει ή να κάνει τα μαθήματά της, δε σκέφτηκε όμως ποτέ ότι αυτό το παιχνίδι μπορούσε να γίνει επικίνδυνο. Η Aurora ονειρεύτηκε τον Κάσπερ. Στο όνειρό της τον συνάντησε αυτοπροσώπως και καταενθουσιάστηκε. Αυτός τη ρώτησε αν ήθελε να πετάει σαν κι αυτόν και να πηγαίνει μαζί του στις αποστολές του. Αυτή είπε φυσικά, αλλά πώς μπορούσε να πετάξει, αφού ήταν άνθρωπος; Ξαφνικά σηκώθηκε από το έδαφος και πέταξε. Το βρήκε φανταστικό και ακολούθησε τον Κάσπερ μέχρι τον ουρανό. Εκείνη τη στιγμή, ο εξωγήινος που είχε την εμφάνιση του Κάσπερ και τη βοήθησε να πετάξει, σκότωσε αστρικά το βιολογικό της σώμα και πήρε την ψυχή της στον πλανήτη του. Εκεί η Aurora ξαναγεννήθηκε ως άλλος ένας Κάσπερ. Η μητέρα της τη βρήκε νεκρή το επόμενο πρωί. Όταν η Αουρόρα δέχτηκε τη βοήθεια για να πετάξει έκανε συμφωνία με τον εξωγήινο που απέκτησε έτσι το δικαίωμα να τη σκοτώσει και να πάρει την ψυχή της.


Κύριλλος, 28

-Γερμανία, 1957. Μικρός τού άρεσε η ξιφομαχία και με το πλαστικό σπαθί που τού αγόρασε η μητέρα του εξασκούταν μόνος του ή με τους φίλους και τα αδέρφια του. Ονειρευόταν ότι ήταν μεγάλος πολεμιστής, και τον χειροκροτούσε το κοινό που τον παρακολουθούσε. Σε ένα άλλο όνειρο τού είπαν ότι για να γίνει πραγματικός πολεμιστής και άριστος ξιφομάχος έπρεπε να το εκφράσει σαν δυνατή επιθυμία και να φανταστεί τον εαυτό του έτσι. Τού είπαν να ζωγραφίσει μια εικόνα του εαυτού του στο μυαλό του με τον τρόπο που ήθελε να είναι και αυτό θα συνέβαινε. Αυτός το έκανε. Προπονήθηκε εντατικά ώστε να κερδίσει το τουρνουά της γειτονιάς. Κέρδιζε τη μία μάχη μετά την άλλη μέχρις ότου ανακυρήχθηκε ο απόλυτος νικητής. Τα παιδιά έφτιαξαν ένα βήμα με τρία σκαλιά για τους τρεις πρώτους νικητές. Ο Κύριλλος ανέβηκε στην κορυφή και χάρηκε τη νίκη και τις ζητοκραυγές. Καθώς κατέβαινε, το κορυφαίο σκαλί έσπασε, το παιδί έπεσε, χτύπησε το κεφάλι του πάνω στο διπλανό σιδερένιο στύλο και πέθανε. Ο εξωγήινος που τού είχε μιλήσει στο όνειρο τον πήρε στον πλανήτη του όπου γεννήθηκε ως πολεμιστής με ξίφος.


Σοφία, 17

-USA, Μασαχουσέτη, 1974. Μικρή ήταν λάτρης του σήριαλ Χαμένοι στο διάστημα και το παρακολουθούσε με πάθος. Έβρισκε το ρομπότ πολύ αστείο και το μιμούταν ανοίγοντας τα χέρια της, τρέχοντας γύρω-γύρω και φωνάζοντας "Κίνδυνος, κίνδυνος"! Ή απαντούσε στη μητέρα της "Θετικό", "Αρνητικό", αντί για ναι και όχι. Τα άλλα παιδιά στο σχολείο συμμερίζονταν το ενδιαφέρον της για αυτή τη σειρά και έπεισαν τους δασκάλους να τα αφήσουν να ανεβάσουν μια παράσταση στο τέλος της χρονιάς. Τα παιδιά θα έπαιζαν ένα επεισόδιο της σειράς, το καθένα τους από έναν ήρωα. Η Σοφία θα ήταν το ρομπότ. Σε ένα όνειρο, πριν την παράσταση, είδε το ρομπότ να τής λέει ότι έπρεπε να ευχηθεί να γίνει σαν κι΄αυτό αν ήθελε να κερδίσει το πρώτο βραβείο. Αυτή το έκανε, και βγήκε νικήτρια. Για να το γιορτάσει ζήτησε από τους γονείς της να την πάνε σε ένα θεματικό πάρκο, όπου υπήρχε ένα διαστημικό μηχάνημα που σχετιζόταν με το σήριαλ. Το έκαναν και το κορίτσι πέρασε φανταστικά. Ωστόσο, ενώ οι γονείς της έτρωγαν και αυτή έτρεχε γύρω-γύρω μιμούμενη του ρομπότ, σκόνταψε, χτύπησε το κεφάλι της και πέθανε. Το ρομπότ από το όνειρο ήταν ένας εξωγήινος που τη σκότωσε, πήρε την ψυχή της στον πλανήτη του και την έκανε να μετενσαρκωθεί σαν ένα άλλο παρόμοιο ρομπότ.


Ολυμπία, 21

-Νορβηγία, 1810. Η Ολυμπία και ο αδελφός της ήταν από φτωχή οικογένεια και ζούσαν στην εξοχή. Τις Κυριακές επισκέπτονταν τη γιαγιά τους που τούς έλεγε παραμύθια. Ένα ιδιαίτερο παραμύθι που τα συνάρπαζε, και ειδικά την Ολυμπία, ήταν η ιστορία της κοπέλας που φίλησε τον μαγεμένο βάτραχο που μετατράπηκε σε πρίγκιπα. Η γιαγιά τής έδωσε ένα εικονογραφημένο βιβλίο με το παραμύθι. Κοίταζε τις εικόνες ξανά και ξανά και φανταζόταν ότι γινόταν πριγκίπισσα. Πρότεινε στον αδερφό της να παίξουν την ιστορία μαζί. Αυτός ντύθηκε βάτραχος, αυτή τον φίλησε, αυτός έγινε πρίγκιπας και παντρεύτηκαν. Και όταν ο αδερφός δεν είχε όρεξη να παίξει αυτό το παιχνίδι, έπαιζε μόνη της: αυτή ήταν ο βάτραχος, ο πρίγκιπας και η πριγκίπισσα. Στα όνειρά τους είδαν ότι έγιναν πραγματικοί πρίγκιπες και πριγκίπισσες κα τούς αποκαλύφθηκε το εξής μυστικό. Αν εύχονταν με όλη τους την ψυχή να γίνουν βατράχια, η ανταμοιβή θα ήταν να γίνουν πρίγκιπας και πριγκίπισσα. Αυτό τούς άρεσε. Πήγαν στη λίμνη του δάσους να παίξουν, γιατί εκεί είχε βατράχια, και ο αδερφός της ήθελε να τα δει. Η μητέρα τους τούς προειδοποίησε να μην πάνε πολύ μακριά. Πήγαν στο δασάκι, αλλά δεν είδαν βατράχια. Ο αδερφός πρότεινε να σκαρφαλώσουν σε ένα δέντρο, έτσι θα έβλεπαν πού κρύβονταν τα βατράχια. Ανέβηκαν σε ένα χοντρό κλαδί που κρεμόταν πάνω από τη λίμνη και κάθισαν για να παρακολουθήσουν. Όμως το κλαδί δεν άντεξε το βάρος τους και έσπασε. Τα παιδιά έπεσαν στη λίμνη. Δεν ξέρανε κολύμπι, πανικοβλήθηκαν και πνίγηκαν. Το όνειρο τούς το είχε στείλει ένας εξωγήινος που έσπασε το κλαδί, τα σκότωσε και πήρε τις ψυχές τους στον πλανήτη του, όπου γεννήθηκαν ως αλλασσόμορφοι: το αγόρι γινόταν βάτραχος και πρίγκιπας και το κορίτσι βάτραχος και πριγκίπισσα.


Γιώργος, 45

-Αγγλία, 1773. Ο Γιώργος ήταν η κόρη της υπηρέτριας στο αρχοντικό μιας οικογένειας της υψηλής κοινωνίας. Η μητέρα της την έβαζε να τρίβει το πάτωμα. Το έκανε με το στανιό, γονατιστή. Μισούσε αυτή τη ζωή και ονειρευόταν να φύγει μακρυά. Και αφού δεν μπορούσε να το κάνει σε φυσικό επίπεδο, το έκανε με τη φαντασία της. Ονειρευόταν ότι ήταν μια ευτυχισμένη, πλούσια, κομψή και ελεύθερη κυρία, ότι είχε ένα όμορφο δικό της σπίτι κι΄ ότι μπορούσε να κάνει ό,τι θέλει. Τής ήρθε η σκέψη ότι όλα αυτά ήταν δυνατά. Ρώτησε πώς και η επόμενη σκέψη που τής ήρθε ήταν να το ευχηθεί με όλη της την ψυχή. Τη νύχτα είδε μια τέτοια ζωή στο όνειρό της. Την επομένη, καθώς έτριβε το πάτωμα, έκλεισε τα μάτια της και έκανε αυτή την ευχή. Όταν σηκώθηκε, γλίστρησε, έπεσε, χτύπησε το κεφάλι της και πέθανε. Οι σκέψεις στάλθηκαν από έναν εξωγήινο που τη σκότωσε και πήρε την ψυχή της στον πλανήτη του, όπου γεννήθηκε ως η κυρία που ήθελε, με ομπρελίνι.


Δημήτρης, 26

-Γερμανία, 1962. Ο Δημήτρης ήταν ένα ζωηρό παιδί που τού άρεσε να παίζει με το ηλεκτρικό του τραινάκι, τα στρατιωτάκια του, τα ρομποτάκια και άλλα μηχανικά παιχνίδια. Άρχισε να παίζει αυτό το είδος παιχνιδιών με τους φίλους του. Δημιούργησαν δύο ομάδες και έπαιζαν πόλεμο. Η μία ομάδα αποτελείτο από ρομπότ και η άλλη από ανθρώπους. Τα ρομπότ φορούσαν μια πανοπλία που είχαν φτιάξει. Ο Δημήτρης ήταν ρομπότ, ο αρχηγός των ρομπότ, επειδή ήθελε να είναι πιο δυνατός από τους ανθρώπους. Ήταν τόσο απορροφημένος από όλα αυτά τα παιχνίδια που άρχισε να τα ονειρεύεται  και να βλέπει τον εαυτό του ήρωα. Σε ένα από αυτά τα όνειρα κάποιος τον ρώτησε αν ήθελε να γίνει σαν το υπερ-ισχυρό ρομπότ που μπορούσε να πετάξει και να επιτεθεί στον εχθρό μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Αυτός απάντησε ναι. Αυτός που τον ρώτησε ήταν εξωγήινος και ο Δημήτρης έκανε συμφωνία. Ο εξωγήινος τον σκότωσε στον ύπνο του με καρδιακή προσβολή και τον πήγε στον πλανήτη του. Εκεί γεννήθηκε ως ένα είδος ιπτάμενης βίδας με έλικα. Ήταν 7 ετών. Οι γονείς του τον βρήκαν νεκρό το επόμενο πρωί. Δεν μπόρεσαν να ξεπεράσουν ποτέ το θάνατό του και χώρισαν. Η μητέρα έμεινε μόνη και πικραμένη ώσπου πέθανε από μια αρρώστεια ενώ ο πατέρας έπινε και είχε εφήμερες σχέσεις.


Διάσημος τραγουδιστής, αποθανών.

-ΗΠA, Μιζούρι, 1963. Ο ήρωάς μας ήταν ένα υπερκινητικό παιδί και το όνειρό του ήταν να γίνει αστροναύτης. Έπαιζε συχνά στην αυλή με τους φίλους του. Στον ύπνο του κάποιος τού μίλησε για το μέλλον του. Τού είπε ότι είχαν μεγάλα σχέδια γι 'αυτόν, επειδή ήταν ενθουσιώδης και πρόθυμος να εργαστεί. Τον ρώτησε τι ήθελε να γίνει όταν μεγαλώσει. Το παιδί τού είπε ότι ήθελε να γίνει αστροναύτης. Το ον του ονείρου απάντησε ότι αυτό μπορούσε να γίνει αν έκτιζε έναν πυραύλο στην αυλή του, έμπαινε μέσα και ευχόταν με όλη του την ψυχή να γίνει αστροναύτης. Το παιδί ξύπνησε ενθουσιασμένο και άρχισε να μαζεύει σίδερα και μέταλλα από τους γείτονες για τον πυραύλο του. Οι γονείς του δε θεώρησαν ότι ήταν κακό, αντίθετα, σκέφτηκαν ότι είχε ζωηρή φαντασία. Ούτε καν πήγε το μυαλό τους στο ότι αυτό το όνειρο μπορούσε να είναι παγίδα. Οι φίλοι του πήγαιναν να τον δουν και να διασκεδάσουν ενώ κατασκεύαζε τον πύραυλο. Ο πυραύλος ολοκληρώθηκε με επιτυχία και το παιδί μπήκε περίφανα μέσα. Επιθύμησε ολόψυχα να γίνει αστροναύτης. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα ο πυραύλος κατέρρευσε και έπεσε επάνω του, σκοτώνοντάς τον. Ο εξωγήινος που τού είχε κάνει τη συμφωνία πήρε την ψυχή του στον πλανήτη του, όπου το παιδί γεννήθηκε αστροναύτης, με κοστούμι και πλήρη εξοπλισμό αστροναύτη. Αυτός ο αστροναύτης έκανε αργότερα μια συμφωνία με τον φωτεινό παράλληλό του, που ήταν τραγουδιστής και ζήτησε να γίνει διάσημος. Πήρε την ψυχή του τραγουδιστή στον πλανήτη του ως ενεργειακό σκλάβο και έζησε τη ζωή του στο βιολογικό σώμα του τραγουδιστή. Έζησε 45 χρόνια έτσι, το μεγαλύτερο μέρος της σταδιοδρομίας του τραγουδιστή. Έκανε συμφωνίες με τους ανθρώπους που αγόραζαν τους δίσκους του, βάζοντας εμφυτεύματα στο σώμα τους και κλέβοντας την ψυχή τους. Η δίδυμη ψυχή του, που ήταν πελάτισσά μου, με ρώτησε γι’ αυτόν, εγώ ανακάλυψα τι συνέβη και οδήγησα τόσο τον αστροναύτη όσο και τον σκλάβο στο Φως.


Τσέστερ, 48

-Δανία, Κοπεγχάγη, 1872. Όταν ο Τσέστερ ήταν κοριτσάκι, η μητέρα της τής διάβαζε τις ιστορίες του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Τής άρεσε ιδιαίτερα η ιστορία της μικρής γοργόνας. Η μικρή γοργόνα άρχισε να έρχεται στα όνειρά της και να τής δείχνει τον κόσμο της, το βασίλειο των θαλασσών. Ο Τσέστερ καταενθουσιάστηκε και άρχισε να κοιτάζει όλο και περισσότερο τις εικόνες του βιβλίου με το παραμύθι και να φαντάζεται τον κόσμο της θάλασσας. Σε ένα όνειρο η μικρή γοργόνα τής είπε ότι μπορούσε να δει τον κόσμο αυτό από κοντά. Ο Τσέστερ τη ρώτησε πώς και η γοργόνα τής είπε ότι το μόνο που χρειαζόταν ήταν να ευχηθεί με όλη της την ψυχή να γίνει σαν κι’ αυτήν. Το κοριτσάκι το έκανε, και η μικρή γοργόνα που ήταν εξωγήινη τη σκότωσε στον ύπνο της και πήρε την ψυχή της στον πλανήτη της. Εκεί ο Τσέστερ γεννήθηκε ως γοργόνα. Την επόμενη μέρα η μητέρα της τη βρήκε νεκρή. Ήταν 7 ετών και αυτή η μητέρα ήμουν εγώ. Ο βαθύτερος λόγος για τον οποίο ένοιωσε την ανάγκη να πάει σε έναν άλλο κόσμο ήταν επειδή τσακωνόμαστε. Είχε δει ότι ο σύζυγός μου (ο πατέρας της) είχε ερωμένη και μού το είπε, αλλά δεν την πίστεψα. Έφτασα μιά φορά να τη χτυπήσω. Πλήρωσα ακριβά τη δυσπιστία μου, γιατί αργότερα ανακάλυψα την αλήθεια. Παράτησα τον άντρα μου και πέρασα τη ζωή μου μόνη, με τις φίλες μου για παρηγοριά.


Edel, 52

-ΗΠA, Γεωργία, 1954. Η Έντελ ήταν ένα πολύ ζωηρό κορίτσι και τής άρεσε ο Κάσπερ, το φιλικό φαντασματάκι και κυρίως η φίλη του, η καλή μικρή μάγισσα Γουέντι (Wendy, the Good Little Witch). Η μητέρα της τής αγόρασε μια κόκκινη φόρμα γυμναστικής, παρόμοια με της Wendy. Την έβαλε και έπαιζε τη μάγισσα. Είχε ένα μαγικό ραβδί και προσποιούταν ότι βοηθούσε τους άλλους μ’αυτό. Ήθελε να βοηθήσει τους ανθρώπους. Όταν ο αδελφός της αρρώστησε τον άγγιξε με το ραβδί της και αυτός έγινε καλά. Η Edel είπε στη μητέρα της τι συνέβη, αλλά η μητέρα χαμογέλασε, με τη σκέψη ότι η κόρη της είχε καλές προθέσεις. Στη συνέχεια, η Edel χρησιμοποίησε το ραβδί της για να δώσει περισσότερη γεύση στο φαγητό που έφτιαχνε η μητέρα της και αργότερα για να καθαρίσει το σπίτι. Η μητέρα το βρήκε περίεργο, επειδή σκέφτηκε ότι το φαγητό ήταν πράγματι πιο νόστιμο και το σπίτι πιο καθαρό, αλλά δεν πίστεψε ότι υπήρχε κάτι υπερφυσικό σ’αυτό. Η Wendy εμφανίστηκε στο όνειρο της Έντελ και τής είπε ότι αυτή τής είχε δώσει τη δύναμη να κάνει αυτά τα πράγματα και ότι με τη βοήθειά της μπορούσε να καθαρίσει όλα τα νοικοκυριά του χωριού και να τούς θεραπεύσει όλους. Απλά έπρεπε να ανέβει στην κορυφή του λόφου και να ευχηθεί με όλη της την ψυχή να γίνει σαν κι’ αυτήν. Η Edel ξύπνησε γεμάτη ενθουσιασμό και έτρεξε στο λόφο. Έκανε την ευχή και άρχισε να τρέχει προς τα κάτω για να δει αν είχε λειτουργήσει. Δυστυχώς σκόνταψε, έπεσε, χτύπησε το κεφάλι της και πέθανε. Τη σκότωσε ο εξωγήινος που πόζαρε ως Wendy και πήρε την ψυχή της στον πλανήτη του. Εκεί η Edel μετενσαρκώθηκε ως  άλλη μία Wendy. Αυτή ήταν μια από τις περιπτώσεις όπου η μητέρα έπρεπε να είχε υποψιαστεί κάτι. Μπορούσε να ζητήσει συμβουλές από τον παπά ή να αναφέρει τα περιστατικά σε άλλους ή ακόμα και να διερευνήσει τα παραφυσικά και να συμβουλέψει την κόρη της να είναι προσεκτική.


Rita, 58

-ΗΠΑ, Fairfax, Βιρτζίνια, 1729. Η Ρίτα ήταν ένα πολύ δραστήριο και περιπετειώδες κορίτσι και έπαιζε πολύ έξω, με τους φίλους της ή και μόνη. Πήγαινε βόλτα στο διπλανό δάσος ή για να κυνηγήσει πεταλούδες. Μια μέρα μια πεταλούδα την οδήγησε στο δάσος και εκεί είδε ένα μικροσκοπικό φως που αποδείχθηκε ότι ήταν νεράιδα. Μίλησαν τηλεπαθητικά και η νεράιδα τής έδειξε τον κόσμο της. Η Ρίτα επέστρεψε σπίτι γεμάτη ενθουσιασμό και είπε τα πάντα στους γονείς της. Αυτοί διασκέδασαν πολύ με την ιστορία και πίστεψαν ότι η κόρη τους είχε ζωηρή φαντασία. Η Ρίτα άρχισε να ζωγραφίζει τις νεράιδες και τον κόσμο τους και ανυπομονούσε να ξαναδεί τη νεράιδα. Μίλησε γι 'αυτό και στους φίλους της. Αλλά ήταν η μόνη που μπορούσε να δει νεράιδες. Σε ένα από τα όνειρά της είδε την νεράιδα που τής είπε ότι εάν ήθελε να βοηθήσει τις νεράιδες και να ζήσει μαζί τους μπορούσε να γίνει νεράιδα. Η Ρίτα άρχισε να το σκέφτεται. Η νεράιδα συνέχισε λέγοντας ότι έπρεπε να πάει την αυγή στο μέρος όπου την είχε δει για πρώτη φορά και να επιθυμήσει με όλη της την ψυχή να γίνει νεράιδα. Η Ρίτα το είπε στους γονείς της, αλλά αυτοί της απάντησαν ότι δεν μπορούσε να γίνει νεράιδα, επειδή ήταν άνθρωπος και ότι το δάσος έκρυβε κινδύνους. Μια νύχτα, η Ρίτα ξύπνησε την αυγή και τής ήρθε μια βαθιά επιθυμία να πάει στο δάσος. Ένιωσε ότι η νεράιδα την περίμενε. Έτσι ακολούθησε τις οδηγίες της. Μόλις επιθήμησε ολόψυχα να γίνει νεράιδα έπεσε νεκρή. Και η ψυχή της μετατράπηκε σε νεράιδα. Ήταν 7 ετών. Το επόμενο πρωί, ο πατέρας της πήγε να την ψάξει στο δάσος, αφού όταν είδε ότι δεν ήταν στο κρεβάτι, όλοι σκέφτηκαν ότι είχε πάει στο δάσος. Τη βρήκε και προς μεγάλη του φρίκη, είδε ότι ήταν νεκρή. Την πήρε στην αγκαλιά του και την πήγε σπίτι. Η μητέρα και ο αδερφός της τον είδαν να καταφτάνει και μόλις άκουσαν ότι ήταν νεκρή, η μητέρα άρχισε να κλαίει σπαραχτικά και ο αδελφός της Ρίτας κατέφυγε στην αγκαλιά της μητέρας του. Κατάλαβαν ότι αυτός που είχε μιλήσει στην κόρη τους ήταν δαίμονας και όχι νεράιδα, και ότι το δάσος ήταν δαιμονισμένο. Έγιναν πιστοί και πληροφόρησαν όλους τους γείτονες και τους γνωστούς στην εκκλησία και έξω από αυτήν για τη δαιμονική δραστηριότητα, παίρνοντας ως παράδειγμα τη Ρίτα. Είχαν, παρόλα ταύτα, μια καλή ζωή. Ο αδερφός της παντρεύτηκε και εκπαίδευσε τα παιδιά του να προσέχουν τις παγίδες των δαιμόνων. Αυτή είναι από τι ελάχιστες περιπτώσεις που είχα που η οικογένεια ανακάλυψε την αλήθεια, αν και όχι ακριβώς, αφού εκείνη την εποχή κανείς δεν ήξερε για τους εξωγήινους. Αλλά ήξεραν περισσότερα για τη δραστηριότητα του σκότους από ό, τι σήμερα. Η πόλη πήρε το όνομά της από τις νεράιδες (Fairies-Fairfax). Το 2016 οδήγησα την παράλληλη νεράιδα της Ρίτα και όλες τις άλλες σκοτεινές νεράιδες του Fairfax στο Φως.


Sergio, 24

-Δουβλίνο, 550 μ.Χ. Στον Σέρτζιο άρεσε πολύ να διαβάζει παραμύθια με νεράιδες. Ονειρευόταν να συναντήσει μια νεράιδα. Στο όνειρό του ήρθε ένας σκοτεινός εξωγήινος που μεταμφιέστηκε σε νεράιδα και τού είπε ότι για να βρει μια νεράιδα έπρεπε να γίνει ο ίδιος νεράιδα. Το παιδί ρώτησε πώς μπορούσε να γίνει νεράιδα. Ο εξωγήινος τού είπε ότι έπρεπε να πάει σε ένα συγκεκριμένο μέρος στο δάσος την αυγή, στις 6.6 π.μ. και να επιθυμήσει με όλη του την ψυχή να γίνει νεράιδα. Ο Σέρτζιο το έκανε, πέθανε και έγινε νεράιδα. Όμως δεν υπήρχαν νεράιδες εκεί και το παιδί απογοητεύτηκε. Ο εξωγήινος τού είπε ότι θα υπάρξουν νεράιδες πολύ σύντομα. Το πρώτο κορίτσι που πήγε εκεί ήταν η Έλιν, που είχε ως αποστολή ψυχής να τον σώσει. Αλλά αντί αυτή να σώσει τον Σέρτζιο, την εξαπάτησε αυτός ώστε να γίνει νεράιδα. Ο Sergio αντέγραψε τη μέθοδο του εξωγήινου κατά γράμμα. Κι’ έτσι απέκτησε παρέα. Τα περισσότερα μέλη της ομάδας του (ήταν παράλληλος του Δία, επομένως η ομάδα του ήταν οι παραλληλοι των θεών του Ολύμπου) στάλθηκαν εκεί ως παιδιά για να τον σώσουν, αλλά όλοι τους απέτυχαν. Η Έλιν παρέσυρε τον ηγέτη της τέταρτης αγγελικής ομάδας, εμένα δηλαδή, με τον ίδιο τρόπο, στο να χάσω την ψυχή μου και να γίνω σκοτεινή νεράιδα. Και εγώ έκανα το ίδιο με την ομάδα μου. Συνολικά συγκεντρώθηκαν εκεί 180 νεράιδες, που τοποθετούσαν εμφυτεύματα στους ανθρώπους και έκλεβαν κομμάτια της ψυχής τους. Τίς οδήγησα όλες στο Φως το 2015.


Η γιαγιά μου Ελβίρα, αποθανούσα.

-Γερμανία, 1837. Από πολύ μικρή ηλικία η Ελβίρα πέρναγε πολλές ώρες στον κήπο, παίζοντας με την κούκλα της, καθισμένη στο έδαφος ή μπουσουλώντας. Έπαιζε θέατρο, μιλώντας με την κούκλα της. Μια μέρα τής μίλησε ένα λουλούδι και άρχισαν να μιλάνε οι τρεις τους. Η μητέρα της τη μάλλωνε που πέρναγε τόσο πολύ χρόνο εκεί και επέστρεφε με λερωμένα ρούχα. Το κοριτσάκι άκουγε κάποια στιγμή το λουλούδι να τού μιλάει και μέσα στο σπίτι, και να το προσκαλεί έξω στον κήπο. Η Ελβίρα το είπε στη μητέρα της, αλλά αυτή δεν έδωσε σημασία. Το κορίτσι επέμενε να βγει έξω, επικαλούμενη το καλοκαίρι που ήταν μικρό, κι’ έτσι η μητέρα της την άφησε. Σύντομα κι’ άλλα λουλούδια τη φώναζαν, ή έτσι φαινόταν. Ήταν στην πραγματικότητα ο ίδιος εξωγήινος που πήγαινε στα άλλα λουλούδια. Μια μέρα το λουλούδι ρώτησε την Eλβίρα αν ήθελε να γίνει σαν κι’ αυτά, τα λουλούδια, τότε η μητέρα της δεν θα τη μάλλωνε πια και θα μπορούσε να παίζει όσο ήθελε στον κήπο χωρίς να ανησυχεί αν τα ρούχα της θα λερωθούν. Αυτή ρώτησε πώς μπορούσε να γίνει λουλούδι, αφού ήταν παιδί. Το λουλούδι απάντησε επιθυμώντας το με όλη της την ψυχή. Το παιδί έκλεισε τα μάτια του, έκανε την επιθυμία και πέθανε αμέσως. Η ψυχή της οδηγήθηκε σε έναν άλλο πλανήτη όπου γεννήθηκε ως λουλούδι. Η μητέρα της βγήκε να την ψάξει, αλλά την βρήκε πεσμένη. Έτρεξε προς αυτήν, την άρπαξε στην αγκαλιά της με τρόμο και έβαλε τα κλάμματα, αδυνατώντας να πιστέψει ότι το κοριτσάκι της είχε πεθάνει. Κάλεσε τον γιατρό, αλλά αυτός δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Η Ελβίρα ξαναγεννήθηκε ως λουλούδι στον άλλο πλανήτη.

Η γιαγιά μου αγόραζε φρέσκα λουλούδια κάθε εβδομάδα και τα έβαζε σε ένα βάζο στο σαλόνι. Το παράλληλο λουλούδι της τής αντλούσε ενέργεια (και από μένα) όταν το έκανε αυτό. Όταν ήμουν μικρή, δεν τής άρεσε να πηγαίνω στον κήπο να παίζω. Μια φορά που επέστρεψα με το φόρεμά μου βρώμικο, με έδειρε με τη ζώνη της, και αυτή ήταν η μοναδική φορά που το έκανε. Ποτέ δεν κατάλαβα τι την έπιασε και μου πήρε πολλά χρόνια να τη συγχωρέσω. Όταν ανακάλυψα την προηγούμενη ζωή της και ήξερα πώς να το κάνω, επιτέθηκα στο παράλληλο λουλούδι της με το σπαθί μου και το οδήγησα στο Φως. Μετά από μια εβδομάδα περίπου, ενώ έπλενα τα πιάτα, η εμπριμέ κούπα που ήταν της γιαγιάς μου έσπασε! Αυτό ήταν ένα ξεκάθαρο μήνυμα από το παράλληλο λουλούδι της, που με ευχαριστούσε που το πήγα στο Φως.


Η μητέρα μου Ζωή, αποθανούσα

-ΗΠΑ, 1911. Όταν ήταν μικρή η Ζωή έπαιζε πολύ έξω με τις φίλες της. Αγωνίζονταν ποια θα σκαρφάλωνε στο δέντρο γρηγορότερα, ποια θα τερμάτιζε πρώτη στο τρέξιμο, ποια θα πέρναγε τα περισσότερα εμπόδια, κ.λπ. Είχε την ιδέα να φανταστεί ότι ήταν πίθηκος όταν σκαρφάλωνε το δέντρο, γιατί αυτό θα την έκανε πιο ευκίνητη. Λειτούργησε και μετά φαντάστηκε ότι ήταν άλογο ενώ έτρεχε, ώστε να είναι γρηγορότερη. Ύστερα φαντάστηκε ότι ήταν γάτα, έτσι θα πέρναγε τα εμπόδια πιο εύκολα. Νίκησε και θεωρούσε τον εαυτό της πολύ έξυπνο. Τα κορίτσια διοργάνωσαν ένα σούπερ διαγωνισμό στον οποίο θα συνδυάζονταν πολλές ασκήσεις, με το σκαρφάλωμα του δέντρου ως αποκορύφωμα και αμέσως μετά θα ανακυρισσόταν η πρωταθλήτρια. Η Ζωή σκέφτηκε ότι δεν υπήρχε χρόνος να φανταστεί κάθε φορά ότι ήταν διαφορετικό ζώο, όλα έπρεπε να είναι πολύ γρήγορα. Ακούστηκε κάποιος να την ρωτάει μέσα στο μυαλό της αν ήθελε να μάθει πώς να το κάνει. Αυτή είπε ναι και έπειτα φαντάστηκε ότι είναι ένα σούπερ ον που αλλάζει το σχήμα και την ικανότητά του σύμφωνα με τις απαιτήσεις. Εξασκήθηκε λίγο και η μέρα του διαγωνισμού έφτασε. Λίγο πριν ξεκινήσει,  ρωτήθηκε αν ήθελε να είναι η νικήτρια και είπε φυσικά ναι. Και έτσι έγινε, έφτασε πρώτη στο χοντρό κλαδί του δέντρου. Ήθελε να χαρεί τις ζητοκραυγές των άλλων κοριτσιών και πήγε σε ένα λεπτότερο κλαδί πιο έξω. Αλλά αυτό το κλαδί ήταν πολύ λεπτό και έσπασε. Το κορίτσι έπεσε στο έδαφος και πέθανε αμέσως. Ο εξωγήινος που τη βοήθησε να αποκτήσει πολλαπλά ταλέντα και μορφές και να κερδίσει ήταν ένας Barbapapa που την πήρε στον πλανήτη του.

Σε αυτή τη ζωή η μητέρα μου ήταν ζωγράφος αφηρημένης τέχνης και πολλά από αυτά που ζωγράφιζε είχαν κυματιστά σχήματα, όπως τα Barbapapas. Η εξωγήινη παράλληλη την επηρέαζε πολύ. Έκανε συμφωνία για να έχει επαγγελματική επιτυχία, και ζωγράφιζε ολοένα και περισσότερα εξωγήινα θέματα. Δεν τής άρεσε η γυμναστική, τώρα ξέρω γιατί.


Ο πατέρας μου Υβόν, αποθανών:

-Αυστραλία, 1831. Ζούσε στην εξοχή, σε ένα αγρόκτημα. Η οικογένεια είχε καλλιέργειες, αλλά τα πουλιά τούς τις κατέστρεφαν συχνά. Ο Υβόν τα κυνήγαγε για να παίξει. Οι γονείς του έλεγαν ότι έπρεπε να φτιάξουν ένα σκιάχτρο. Αυτός ενθουσιάστηκε και είπε ότι θα το κάνει. Μάζεψε κουρέλια, άχυρα και πολλά άλλα πράγματα και έφτιαξε το σκιάχτρο. Ενώ το έκανε, τού μίλαγε, τού έλεγε να εκπληρώσει την αποστολή του. Και το σκιάχτρο απάντησε στο μυαλό του ότι θα το έκανε. Όταν ήταν έτοιμο, το έβαλε στο περιβόλι και από τότε τα πουλιά δεν τόλμησαν ποτέ να ξαναπλησιάσουν και να κλέψουν τους σπόρους. Το αγοράκι συνέχισε να τού μιλάει και τού είπε ότι ήταν περήφανος γι 'αυτό, ότι ήταν δυνατό και αποτελεσματικό. Το σκιάχτρο τον ρώτησε αν ήθελε να είναι εξίσου δυνατός και αποτελεσματικός και αυτός απάντησε φυσικά. Και το σκιάχτρο είπε ότι έκαναν μια συμφωνία και ότι δεν θα χρειαζόταν ποτέ σκιάχτρο στο αγρόκτημά του όταν μεγάλωνε, μόνο η παρουσία του θα ήταν αρκετή. Ετσι κι’ έγινε. Μεγάλωσε, παντρεύτηκε, έκανε παιδιά και διεύρυνε το αγρόκτημα των γονιών του κάνοντάς το κυκλικό. Τα πουλιά δεν τού δημιουργούσαν κανένα πρόβλημα και είχε μεγάλη  επιτυχία με τα προϊόντα του. Αλλά μια μέρα, σε ηλικία 50 ετών, ένα πουλί πέταξε από τον ουρανό κατευθείαν προς αυτόν, τού επιτέθηκε στο κεφάλι και τον σκότωσε. Ένας εξωγήινος είχε μπει στο σκιάχτρο που είχε φτιάξει ο Υβόν και έκανε συμφωνία μαζί του, αυτός τον σκότωσε και τον πήγε στον πλανήτη του, όπου γεννήθηκε σαν εξωγήινο σκιάχτρο.


Ο πρώην μου, Θοδωρής

-ΗΠA, Μασαχουσέτη, 1850. Ο Θοδωρής κι΄ο Βασίλης (ο τωρινός του αδερφός και δίδυμη ψυχή του) ήταν γιοι μου και ήμουν παντρεμένη με τη δίδυμη ψυχή μου. Ο Θοδωρής ήταν πολύ ανταγωνιστικός με τον αδελφό του και έπαιζαν συχνά πόλεμο. Πότε ήταν πολεμιστές και πότε δράκοι ή προϊστορικά ζώα. Προσπαθούσα να τούς ηρεμήσω λίγο, αλλά δεν τα κατάφερνα. Ο σύζυγός μου έλεγε ότι ήταν αγόρια και έπρεπε να μάθουν να αμύνονται και να πολεμάνε. Ένα καλοκαίρι τούς στείλαμε σε κατασκήνωση προσκόπων για να ηρεμήσουμε λίγο και να μάθουν νέα πράγματα και κάποια πειθαρχία. Όμως μια μέρα μας ειδοποίησαν ότι έγινε ένα ατύχημα. Και τα δύο παιδιά απομακρύνθηκαν, ενώ περπατούσαν στο δάσος συλλέγοντας δείγματα και περιπλανήθηκαν. Έπεσαν σε μια χαράδρα και σκοτώθηκαν. Και οι δύο είχαν ευχηθεί να γίνουν προϊστορικά ή φανταστικά ζώα για να νικήσουν και οι εξωγήινοι των συμφωνιών τούς σκότωσαν. Ξαναγεννήθηκαν στον ξένο πλανήτη, ο Θοδωρής ως κόκκινος δράκος και ο Βασίλης ως ιγκουανοδόν.

Ήταν μεγάλο χτύπημα για μας, κατηγορήσαμε ο ένας τον άλλον και τον εαυτό μας. Αλλά δεν είχαμε κανένα σημάδι, όπως άλλοι γονείς των περιπτώσεών μου, βλέπαμε μόνο μια αντιπαλότητα που ήθελα να κατευνάσω. Αργότερα αποκτήσαμε μια κόρη που ήταν η παρηγοριά μας, αλλά ποτέ δεν ξεπεράσαμε την τραγωδία. Οι γιοι μας ήταν και οι δύο κόκκινοι, πράγμα που σημαίνει ότι οι δαίμονές τους ασκούσαν ισχυρό έλεγχο στο μυαλό τους.


Βασίλης, αδερφός του Θοδωρή

-Γερμανία, Στουτγάρδη, 1939. Ο Βασίλης ήταν αδερφός μου και ο Θοδωρής πατέρας μου. Ο Βασίλης λάτρευε τα αεροπλάνα και οι γονείς μας τού αγόρασαν ένα αεροπλανάκι με τηλεχειριστήριο. Τού άρεσε τόσο πολύ που έπαιζε αδιάκοπα μ’ αυτό. Επίσης έκανε ότι ήταν ο ίδιος αεροπλάνο, τρέχοντας γύρω-γύρω στο σπίτι και στη γειτονιά με ανοιχτά τα χέρια, σαν να είναι φτερά. Μια μέρα το τηλεχειριστήριο σταμάτησε να λειτουργεί και ο Βασίλης στενοχωρήθηκε και προσπαθούσε ξανά και ξανά να το κάνει να λειτουργήσει, ικετεύοντας το αεροπλάνο να πετάξει όπως έπρεπε. Μετά από λίγο το αεροπλανάκι δούλευε και πάλι κανονικά. Το ίδιο συνέβη ξανά και κάθε φορά που ο Βασίλης ήθελε να υπακούσει το αεροπλάνο, αυτό υπάκουγε. Σύντομα συνειδητοποίησε ότι η σκέψη του μπορούσε να ελέγξει το αεροπλανάκι και μάς το είπε. Οι γονείς μας σκέφτηκαν ότι αυτά ήταν παιδικά παιχνίδια και δεν έδωσαν σημασία. Μού το έδειξε και έβλεπα πώς τον υπάκουγε. Σκέφτηκα ότι ήταν κάτι σαν μαγεία. Σύντομα το αεροπλανάκι έκανε κύκλους στον αέρα, και ο Βασίλης έκανε μια επίδειξη στους φίλους του. Όλοι εντυπωσιάστηκαν και τον θαύμασαν. Ο Βασίλης ονειρεύτηκε το αεροπλάνο και αυτό τού μίλησε. Τού είπε ότι ήταν ζωντανό και παγιδευμένο σ’ αυτό το μηχανικό αντικείμενο. Ο Βασίλης ήταν περίεργος και ζήτησε περισσότερες λεπτομέρειες. Το αεροπλάνο τού είπε ότι είχε πιαστεί αιχμάλωτο και έμεινε εκεί μέσα και ότι ο Βασίλης μπορούσε να το βοηθήσει, αν ήθελε, όπως τον βοήθησε το αεροπλάνο. Ο Βασίλης ήθελε να δει την αληθινή του μορφή. Το αεροπλάνο απάντησε ότι μόνο αν το ελευθέρωνε μπορούσε να το δει. Ο Βασίλης ρώτησε πώς μπορούσε να το ελευθερώσει και το αεροπλάνο τού είπε ότι αν τού έμοιαζε, θα το έβλεπε. Ο Βασίλης ρώτησε πώς μπορούσε να τού μοιάσει και το αεροπλάνο τού είπε με τον ίδιο τρόπο που το είχε κάνει να πετάξει και να κάνει κόλπα στον αέρα, επιθυμώντας το ολόψυχα. Ο Βασίλης ήθελε να δει το ον μέσα στο αεροπλάνο και έκανε την ευχή. Ο εξωγήινος, μεταμφιεσμένος σε αεροπλάνο, τού είπε να πετάξει, ο Βασίλης πήδηξε από το κρεββάτι, έπεσε, χτύπησε το κεφάλι του και πέθανε ακαριαία. Ο εξωγήινος πήγε την ψυχή του στον πλανήτη του όπου ξαναγεννήθηκε ως πύραυλος και άρχισε να κάνει την ίδια δουλειά, να πηγαίνει στα παιδιά, να κάνει συμφωνίες μαζί τους και να κλέβει τις ψυχές τους.

Ο θάνατος του αδερφού μου ήταν σοκ, αλλά κατάλαβα ότι σκοτώθηκε από τη μαγεία που είχε εξασκήσει. Η μητέρα μας ήταν ράκος. Και ο πατέρας μας το ίδιο, αλλά προσπαθούσε να είναι δυνατός για τη γυναίκα του. Οι γονείς μου έκαναν άλλο ένα παιδί που τούς βοήθησε να μειωθεί ο πόνος. Αλλά δεν αγόρασαν ποτέ πια παιχνίδια με τηλεχειριστήριο.


Άλλη μια ζωή του Βασίλη

-Θιβέτ, 651. Ο Βασίλhς ήταν αδερφός μου. Έγινε μοναχός σε ένα σκοτεινό μοναστήρι στο οποίο εξασκούσαν τη γιόγκα κουνταλίνι. Μετά από πολλή σκληρή δουλειά, κατάφερε να ανεβάσει την κουνταλίνι του (όπως λέγεται) και ο εξωγήινος (πουλί φοίνιξ) που συνδέεται με αυτό το είδος γιόγκα τον σκότωσε και πήγε την ψυχή του στον πλανήτη του όπου έγινε ένας από αυτούς.

Όταν σ’ αυτή τη ζωή μίλησα αστρικά στον παράλληλο φοίνικα του Βασίλη και τού έδειξα την αλήθεια, αναστατώτηθε πολύ που την πάτησε έτσι και που έβλαψε τόσους ανθρώπους. Επέλεξε να φύγει από τον πλανήτη και να πάει στο Φως.


Και άλλη μια ζωή του:

-Κόστα Ρίκα, 1871. Βασίλης, ο Θοδωρής και εγώ ήμαστε αδέρφια. Ήμαστε από φτωχή οικογένεια, αλλά αγαπημένοι. Ο Θοδωρής και εγώ είμαστε ικανοποιημένοι, αλλά ο Βασίλης ήταν δυσαρεστημένος. Διασκεδάζαμε παίζοντας στο δρόμο, αλλά πέρα από αυτό ο Βασίλης ήθελε να γίνει πλούσιος, να έχει κύρος, μια ονειρική ζωή. Οι γονείς μας δεν μπορούσαν να μάς στείλουν στο πανεπιστήμιο και έπρεπε να εργαστούμε αν θέλαμε να πάμε. Ο Βασίλης δημιούργησε ένα φανταστικό κόσμο για τον εαυτό του. Ένας εξωγήινος τον είδε και άρχισε να μιλάει στο μυαλό του. Τού έστειλε εικόνες του πλανήτη του, ένας πλανήτης ψυχαγωγίας. Αυτό τον έκανε να θέλει να πάει σ΄αυτόν τον κόσμο. Μια μέρα κάναμε κάποια υπαίθρια ψώνια, όταν έπεσε στο κεφάλι του μια γλάστρα. Πέθανε επί τόπου. Υποτίθεται ότι η γλάστρα έπεσε από τον αέρα, αφού δεν υπήρχε κανείς στη βεράντα, αλλά στην πραγματικότητα την έσπρωξε ο εξωγήινος. Πήρε την ψυχή του Βασίλη στον πλανήτη του όπου γεννήθηκε χελώνα.


Και μια τελευταία:

-ΗΠA, Οκλαχόμα, 1856. Ο Βασίλης ήταν συμμαθητής και φίλος. Όλα τα παιδιά παίζαμε πολλά παιχνίδια, όπως κυνηγητό, και διασκεδάζαμε πολύ. Κάναμε επίσης διαγωνισμούς. Ένα από αυτά τα παιχνίδια είχε να κάνει με τη μίμηση ζώων. Αυτό κατέληξε σε σχολική παρουσίαση, αφού ο δάσκαλος το βρήκε καλή ιδέα. Ο καθένας μας έπρεπε να αντιπροσωπεύσει ένα ζώο χωρίς να πει το όνομά του και οι υπόλοιποι στην τάξη έπρεπε να μαντέψουν τι ήταν, κατόπιν έρευνας. Ο Βασίλης είδε ένα όνειρο με πολλά ζώα και κάποιος τού είπε ότι θα ήταν ο νικητής εάν επέλεγε ένα προϊστορικό ζώο, αφού κανείς δεν θα το μάντευε. Τού άρεσε πάρα πολύ η ιδέα και το αποφάσισε. Σε ένα άλλο όνειρο κάποιος τού είπε ότι εάν ήθελε να είναι σίγουρος για την τελική επιτυχία θα έπρεπε να επιθυμήσει να γίνει αυτό το ζώο. Με αυτόν τον τρόπο η παρουσίασή του θα ήταν πιο ρεαλιστική, αφού θα ένιωθε σαν αυτό το ζώο. Ακολούθησε αυτή τη συμβουλή και βγήκε νικητής, αφού κανείς δεν μπόρεσε να μαντέψει το ζώο. Την ημέρα των αποτελεσμάτων έγινε σεισμός στην τάξη. Ένα κομμάτι της οροφής έπεσε στο κεφάλι του Βασίλη ενώ στεκόταν μπροστά στην τάξη και τον σκότωσε. Κανείς άλλος δεν έπαθε τίποτα. Αυτός που τού είχε μιλήσει στο όνειρό του ήταν ένας εξωγήινος που τον σκότωσε και πήγε την ψυχή του στον πλανήτη του. Εκεί γεννήθηκε ως ζώο που έμοιαζε με δεινόσαυρο και άρχισε να κάνει με τη σειρά του συμφωνίες με παιδιά.


Εγώ

-Βραζιλία, 1809. Έμενα σε παραγκούπολη. Μού άρεσε το ποδόσφαιρο και έπαιζα με τα αγόρια της γειτονιάς. Η γειτονιά ήταν βρώμικη και οι συνθήκες διαβίωσης ήταν κακές. Έπρεπε να δουλεύουμε σκληρά και λυπόμουν τους γονείς μου. Αυτοί δεν διαμαρτύρονταν, συνήθιζαν να λένε ότι η σκληρή δουλειά θα αποδώσει τελικά. Εγώ μισούσα τη βρωμιά, τη δυσοσμία, τα σκατά στους δρόμους, τις κατσαρίδες και να πρέπει να καθαρίζω συνέχεια. Ονειρευόμουν έναν καθαρό κόσμο, όμορφα χρώματα, μια ζωή αναψυχής, ταξίδια και άθληση. Πήγαινα πού και πού στη δημοτική βιβλιοθήκη και διάβαζα ξένα βιβλία ιστορίας, για βασιλικές οικογένειες, οτιδήποτε ξέφευγε από τη θλιβερή πραγματικότητα. Και αυτές οι περιγραφές με έκαναν να θέλω όλο και περισσότερο να ζήσω σαν αυτούς τους ανθρώπους. Άκουσα κάποιον να λέει στο μυαλό μου ότι μπορούσα να το έχω αυτό, αν ήθελα, εφ 'όσον ήμουν πρόθυμη να δώσω οτιδήποτε σε αντάλλαγμα. Εγώ πίστευα ότι δεν είχα απολύτως τίποτα να δώσω, κι’ έτσι δέχτηκα. Βγήκα από τη βιβλιοθήκη και περίμενα να μεταφερθώ μαγικά σε αυτή την άλλη πραγματικότητα. Ένα άλογο αφήνιασε, άρχισε να τρέχει στο δρόμο, με χτύπησε και πέθανα. Με σκότωσε η οντότητα που μού είχε υποσχεθεί ότι η ζωή του ονείρου θα εκπληρωθεί. Ξύπνησα με ένα άλλο σώμα, σε έναν άλλο πλανήτη. Ήταν ένας όμορφος κόσμος, ακριβώς όπως τον είχα ονειρευτεί. Μάς εξυπηρετούσαν ρομπότ και δουλεύαμε μόνο αν και όσο θέλαμε. Παίζαμε ποδόσφαιρο και άλλα αθλήματα, ταξιδεύαμε, όλα ήταν δωρεάν, κάναμε ό, τι μας ευχαριστούσε. Οι υπολογιστές μάς ετοίμαζαν τα πιο εκλεκτά γεύματα και το σπίτι μου ήταν σαν κουκλίστικο, με παστέλ χρώματα, ωραίες διακοσμήσεις, εικόνες όμορφων τοπίων. Αν ήθελα να κάνω σεξ, επέλεγα ένα ρομποτοειδές της επιλογής μου ή ένα φίλο μου, αν το ήθελε κι΄ αυτός. Ήμουν 10 όταν έκανα τη συμφωνία και ως εξωγήινος έγινα αλλασσόμορφη: δίποδη πάπια, λουλούδι και φίδι.

Σ΄αυτή τη ζωή  με επηρέαζε αρκετά η εξωγήινη παράλληλή μου: πάντα μου άρεσαν τα κόμιξ και ειδικά οι πάπιες του Ντίσνεϋ και τα λουλούδια, αλλά όχι τα φίδια. Η αποστολή της ψυχής μου ως κορίτσι στη Βραζιλία ήταν να γίνω μεγάλη ποδοσφαιρίστρια και να κάνω το ποδόσφαιρο των γυναικών το ίδιο δημοφιλές όσο το αντρικό. Αφού απέτυχα, καμμιά άλλη δεν μπόρεσε να το κάνει. Τώρα σκότωσα την εξωγήινη παράλληλή μου με το σπαθί μου και πήγε στο Φως. Έχει ήδη ξαναγεννηθεί σε βραζιλιάνικη παραγκούπολη και θα προσπαθήσει να επιτύχει την αποστολή της, αν και 200 χρόνια αργότερα.

Σ΄αυτή τη ζωή προσπάθησαν πάλι να με ξεγελάσουν στα 10 μου, μιλώντας στο μυαλό μου. Ήμουν ερωτευμένη με μια συμμαθήτριά μου και με ρώτησαν αν ήμουν διατεθειμένη να δώσω οτιδήποτε για να έχω την ανταπόκρισή της. Εγώ απάντησα όχι, γιατί πού ήξερα ότι αυτοί μετά δε θα με σκότωναν; Και πρόσθεσα ότι τότε δεν θα είχε πια σημασία αν είχα την αγάπη της. Κι’έτσι γλύτωσα.


Linda, η γάτα ενός φίλου:

-Ελβετία, 1952. Η Λίντα ήταν ένα όμορφο και συγκαταβατικό κοριτσάκι που κοιμόταν με την κούκλα του. Το πρωί την ξυπνούσε ο κούκος στο ρολόι της μητέρας της. Η μητέρα ήταν αυστηρή, σηκωνόταν νωρίς και ήθελε να διδάξει στην κόρη της να κάνει το ίδιο, να πειθαρχήσει και να γίνει καλός πολίτης και υπεύθυνη μητέρα. Της Λίντας τής άρεσε να κοιμάται και δεν ήθελε να ξυπνάει ή να σηκώνεται νωρίς. Ήθελε να χουζουρεύει κάτω από τα ζεστά σκεπάσματα αντί να εκτίθεται στο κρύο δωμάτιο. Ένας εξωγήινος άκουσε τις επιθυμίες της, μπήκε μέσα στον κούκο και άρχισε να μιλάει στο μυαλό της. Υποσχέθηκε να την βοηθήσει. Εμπόδισε τον κούκο από το να βγαίνει από το ρολόι και να την ξυπνάει. Η Λίντα κοιμόταν λίγο περισσότερο, μέχρι που η μητέρα της την ξυπνούσε. Η Λίντα τής είπε πως την βοηθούσε ο κούκος, αλλά η μητέρα σκέφτηκε ότι το ρολόι δεν λειτουργούσε καλά. Το έδωσε για επισκευή και για μερικές μέρες λειτούργησε καλά, αλλά μετά ο εξωγήινος κούκος επέστρεψε για να ευχαριστήσει τη Linda, που συνεχώς ζητούσε τη βοήθειά του. Τον θεωρούσε φίλο της και μίλησε στη μητέρα της γι’ αυτόν. Αλλά η μητέρα σκέφτηκε ότι ήταν ένας φανταστικός φίλος. Μια νύχτα το κορίτσι ονειρεύτηκε τον κούκο που τής έδειξε τη δουλειά του, η οποία ήταν να βοηθάει τα παιδιά να ξεκουραστούν όσο χρειάζονταν και όχι όσο οι γονείς τους νόμιζαν ότι ήταν αρκετό. Τη ρώτησε αν ήθελε να γίνει σαν κι’ αυτόν και να βοηθάει τα παιδιά σε όλο τον κόσμο. Αυτή είπε ναι. Ο εξωγήινος τη σκότωσε στον ύπνο της. Η μητέρα της δεν άκουσε τον κούκο εκείνο το πρωί και πήγε να την ξυπνήσει. Αλλά τη βρήκε νεκρή και να κρέμεται από το κρεβάτι ... Ο εξωγήινος πήγε την ψυχή της στον πλανήτη του όπου έγινε κι΄αυτή κούκος και έκανε την ίδια δουλειά, κλέβοντας ψυχές.

Η δίδυμη ψυχή μου Βαγγέλης:

Αγγλία, 1781. Ο Βαγγέλης ήταν νταής. Ήθελε να είναι ο πιο δυνατός του σχολείου και να επιβάλλει τη θέλησή του στα άλλα παιδιά. Τού άρεσε να κοιτάζει εικόνες ζώων και επέλεξε το λιοντάρι, επειδή ήταν ο βασιλιάς των ζώων. Τσακωνόταν συχνά με τα άλλα αγόρια για χαζομάρες. Σε ένα όνειρο τον πλησίασε ένας εξωγήινος και τού έδειξε πώς θα ήταν αν ήταν  λιοντάρι και ο Βαγγέλης φαντάστηκε τον εαυτό του να νικάει όλους τους αντιπάλους του, ειδικά εκείνον που ήθελε το ίδιο κορίτσι (εμένα). Προκάλεσε αυτό το αγόρι και αναμετρήθηκαν. Ο Βαγγέλιης φαντάστηκε ότι αγωνιζόταν σαν λιοντάρι και νίκησε. Είχε κάνει μια ασυνείδητη συμφωνία με τον εξωγήινο για να γίνει λιοντάρι και αυτός  τον βοήθησε να κερδίσει. Λίγο αργότερα, άρχισε να κατεβαίνει περήφανα τη σκάλα όταν γλίστρησε και έπεσε στο κενό. Πέθανε επί τόπου και ο εξωγήινος τον πήρε στον πλανήτη του, όπου γεννήθηκε λιοντάρι. Και ο "ηττημένος" πήρε το κορίτσι.


Οι ιστορίες αυτές ωφείλουν να διδάξουν στους γονείς να είναι προσεκτικοί, να ενδιαφέρονται για τα παιχνίδια, τα όνειρα, τα είδωλα και τις επιθυμίες των παιδιών τους και να τα συμβουλεύουν ανάλογα. Κανείς δεν πρέπει να επιθυμεί να είναι κάποιος ή κάτι άλλο από αυτό που είναι, επειδή όλοι έχουμε μια αποστολή και είμαστε εδώ για να την εκπληρώσουμε. Οι δυνάμεις του σκότους θέλουν να μάς αποτρέψουν και με αυτό το ύπουλο κόλπο τα καταφέρνουν. Τα παιδιά πρέπει να γνωρίζουν την ύπαρξη των γήινων και εξωγήινων δαομόνων και πώς να προστατεύονται.